Ο Μητσοτάκης έκανε μέσα σε ένα δεκαήμερο δύο επιλογές που είναι πολύ πιθανό να του κοστίσουν ακριβά. Τις έκανε υπό την πίεση της ραγδαίας φθοράς που υφίσταται, αλλά είναι πολύ πιθανό να την επιταχύνουν.
Η πρώτη ήταν η διαρροή της πρόθεσής του να πειράξει τον εκλογικό νόμο, αλλάζοντάς τον δεύτερη φορά στην ίδια θητεία, πράγμα ανήκουστο και πρωτοφανές. Αυτό εισπράχθηκε πολύ αρνητικά, ως αθέμιτο και λαθροχειρία, από τους πάντες και ιδίως από ένα κοινό που θέλγεται από την πολιτική σοβαρότητα. Έδειξε επίσης ηττοπάθεια και μάλιστα την ποσοτικοποίησε: Στόχος, σε δεύτερες εκλογές, διαφορά τεσσάρων μονάδων από τον ΣΥΡΙΖΑ. Πλήρης αναντιστοιχία δηλαδή με την αίσθηση σιγουριάς και αδιαφιλονίκητης δημοσκοπικής υπεροχής που είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, ένεση ηθικού στον ΣΥΡΙΖΑ, διότι άλλο είναι να πιστεύεις πως κυνηγάς διψήφια διαφορά και άλλο τέσσερις μονάδες.
Προχθές, πάλι υπό την πίεση της, ακόμα πιο ραγδαίας, πτώσης των ποσοστών της Ν.Δ., ο Μητσοτάκης παραιτήθηκε κι από τον στόχο της αυτοδυναμίας, που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής του και το δίλημμα που θα έθετε στο ΚΙΝ.ΑΛΛ.. Αλλά ακόμα περισσότερο στον Βελόπουλο και το πιθανό σχήμα συνεργασίας των Τζήμερου και Κρανιδιώτη με τον Μπογδάνο. Μπορούν πλέον να ονειρεύονται ότι θα κυβερνήσουν, όπως συνέβη με τον Καρατζαφέρη.
Αυτά ισχύουν για τώρα. Ο Μητσοτάκης όμως λέγεται ότι επιμένει να πάει σε εκλογές το 2023, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις. Συνεπώς δεν πάει για ήττα, αλλά για συντριβή.