του Οδυσσέα Βουδούρη
Μέσα σε λίγο διάστημα εμφανίστηκε στο πολιτικό λεξιλόγιο μια σπάνια χρησιμοποιούμενη λέξη: «Μνημόνιο». Τι σημαίνει όμως στην κυριολεξία αυτή η λέξη; Πώς και γιατί εμφανίστηκε; Τι εννοούμε σήμερα με τη λέξη αυτή;
Και τελικά, είναι η καταλληλότερη για να περιγράψουμε αυτό που συμβαίνει;
Η λέξη «Μνημόνιο» είναι η μετάφραση της λατινικής λέξης «Memorandum», που χρησιμοποιείται ατόφια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Σημαίνει απλά «καταγραφή συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών». Με άλλα λόγια, η λέξη «Μνημόνιο» είναι απολύτως ουδέτερη και δεν περιέχει κανένα πολιτικό φορτίο. Πώς κατέληξε λοιπόν να γίνει σήμερα η πιο πολιτικά φορτισμένη λέξη στη χώρα μας;
Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να ανατρέξουμε στις συνθήκες εμφάνισής της, το 2010. Τότε που αποκαλύφθηκε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτανε τα 36 δισ. ευρώ (περίπου 70% του κρατικού προϋπολογισμού, εκ των οποίων τα 24 δισ. ήταν πρωτογενές έλλειμμα!). Η τότε κυβέρνηση σύναψε μια συμφωνία για τη χορήγηση δανείου 110 δισ. ευρώ, η οποία επέβαλλε στην Ελλάδα μια σκληρή και απότομη δημοσιονομική προσαρμογή. Η πολιτική αυτή ονομάστηκε από τη Ν.Δ., τότε αξιωματική αντιπολίτευση, «Μνημονιακή πολιτική». Γιατί όμως επιλέχθηκε αυτός ο αόριστος και απολίτικος όρος;
Η απάντηση είναι απλή. Η προσπάθεια της Ν.Δ. ήταν τότε να αποκρύψει τις δικές της ευθύνες, υποστηρίζοντας ότι η κρίση ξεκινούσε με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, και όχι με τη Ν.Δ., που είχε δημιουργήσει το δυσθεώρητο έλλειμμα. Η χρήση οποιουδήποτε όρου με πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο θα αναδείκνυε και τις δικές της ευθύνες. Στην αφήγηση της Ν.Δ., το «Μνημόνιο» ήταν η ίδια η κρίση και έπρεπε να εμφανίζεται σαν κεραυνός εν αιθρία. Αυτή η λεκτική «ντρίμπλα» επικράτησε επικοινωνιακά. Πράγματι, η κρίση ήταν λίγο-πολύ συγκαλυμμένη μέχρι το 2009, φαινομενικά εμφανίστηκε απότομα και ήταν πρωτόγνωρη. Συνεπώς ταίριαζε να χαρακτηριστεί με μια καινούργια λέξη. Επίσης, η λέξη, «Μνημόνιο», με την αοριστία της, βοηθούσε στο να αποφευχθούν πολιτικές αναλύσεις, που θα ανεδείκνυαν σύνθετες ευθύνες. Στο παιχνίδι της πολιτικής απλούστευσης, το Μνημόνιο ήταν το απόλυτο κακό, το οποίο είχε ξεπεταχτεί από το πουθενά, ξαφνικά και απρόκλητα! Η ισοπέδωση της πολιτικής πραγματικότητας, με έναν όρο τόσο αόριστο, εγκλώβισε την ουσιαστική ανάλυση των πολιτικών εξελίξεων. Έτσι «αντιμνημονιακοί» εμφανίστηκαν από τη Ν.Δ. μέχρι την Αριστερά, από τους αναρχικούς μέχρι τη Χρυσή Αυγή, αναδεικνύοντας τη σαθρότητα αυτής της πολιτικής ορολογίας.
Στην πραγματικότητα, το καθένα από τα τρία Μνημόνια, που σύναψε η Ελλάδα με τους δανειστές της, έχει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, που προφανώς δεν εκφράζεται από τη λέξη «Μνημόνιο».
Το πρώτο Μνημόνιο ήταν μια βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή, που προκλήθηκε από το δυσθεώρητο έλλειμμα. Ήταν η απάντηση σε ένα τεράστιο πρόβλημα, η οποία ήταν αφενός σκληρή αλλά αφετέρου και αποτυχημένη. Ορμώμενο από την αποτυχία αυτή, το νεοφιλελεύθερο διευθυντήριο των δανειστών επέβαλε το δεύτερο Μνημόνιο, με νέα χαρακτηριστικά. Στόχος ήταν πλέον η επιβολή του ακραίου νεοφιλελεύθερου δόγματος στον ιδιωτικό τομέα και στο σύνολο της κοινωνίας: κατάργηση των εργασιακών κεκτημένων, αποψίλωση του κοινωνικού κράτους, εκχώρηση της δημόσιας περιουσίας σε ιδιωτικά συμφέροντα. Η πολιτική αυτή απέβλεπε και πέτυχε την εξυπηρέτηση μιας νέας οικονομικής ελίτ, φτωχοποιώντας τη μικρό-μεσαία τάξη.
Αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση αυτής της μικρό-μεσαίας τάξης και του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Η αντίδραση των νεοφιλελεύθερων δυνάμεων ήταν αναπόφευκτη. Στόχος τους ήταν και παραμένει η πτώση αυτής της κυβέρνησης ή τουλάχιστον η φθορά της στα μάτια της κοινωνίας. Αξιοποιώντας ορισμένα λάθη τακτικής και επιλογής προσώπων, κατάφερε να θέσει την κυβέρνηση στο δίλημμα μιας συμφωνίας κατώτερης των προσδοκιών της ελληνικής κοινωνίας ή ενός «ηρωικού χορού του Ζαλόγγου», όπως παραστατικά είπε ο πρωθυπουργός. Ποιο είναι όμως το περιεχόμενο αυτού του τρίτου Μνημονίου;
Κατ' αρχήν, να τονίσουμε ότι είναι διαφορετικό, τόσο από το πρώτο, όσο και από το δεύτερο. Δεν έχει ούτε τον χαρακτήρα της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, ούτε τον χαρακτήρα της ακραίας νεοφιλελεύθερης επέλασης. Στην ουσία είναι ένα Μνημόνιο που στοχεύει να αναβάλει την εφαρμογή της νέας πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Και το επιτυγχάνει σε σημαντικό βαθμό. Δεν επιτυγχάνει όμως ούτε να ρίξει την κυβέρνηση, ούτε να την εξευτελίσει στα μάτια των λαϊκών στρωμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά ο πρωθυπουργός παραμένουν κυρίαρχοι της πολιτικής σκηνής (γι' αυτό η αντιπολίτευση τρέμει τις εκλογές).
Η κυβέρνηση όμως δεν έχει αποφύγει την παγίδα των λέξεων «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει σήμερα την ευκολία στην οποία υπέπεσε, υιοθετώντας αυτή την απολίτικη ορολογία, αντί να ορίσει με το πραγματικό τους όνομα τις διαδοχικές πολιτικές που ακολουθήθηκαν. Σήμερα, έστω και με καθυστέρηση, πρέπει επιτέλους να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. «Μνημόνιο» δεν σημαίνει τίποτε άλλο από «Συμφωνία». Ακόμα και αν οι διαπραγματεύσεις είχαν καταλήξει στην ιδανική εκδοχή για μας, με τα καλύτερα κοινωνικά μέτρα και διαγραφή χρέους, πάλι η συμφωνία θα είχε αποτυπωθεί σε ένα «Memorandum», δηλαδή σε ένα «Μνημόνιο». Η παρούσα κυβέρνηση προφανώς δεν συνεχίζει την πολιτική των προηγουμένων επειδή υπέγραψε μια συμφωνία, που υποχρεωτικά ονομάζεται «Μνημόνιο». Μόνο κακόβουλοι ή υστερόβουλοι μπορούν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο.
Η ιστορία θα κρίνει τους μήνες που πέρασαν. Προσωπικά θεωρώ αυτό το τρίτο Μνημόνιο ως μια επώδυνη τακτική υποχώρηση, αλλά με ένα σημαντικό κέρδος και μια ανοιχτή προοπτική. Το κέρδος είναι η επιβίωση της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, με ατόφια την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, και η ανοιχτή προοπτική είναι η εκπλήρωση των δεσμεύσεών μας σε βάθος τετραετίας.