Πώς να κρυφτώ σήμερα από όσα με κυνήγησαν, με κατέτρεξαν και με στοίχειωσαν όλα αυτά τα κουτσουρεμένα χρόνια της ανέχειας; Πώς να κρυφτώ από τις τύψεις που μου φόρτωσαν τα όσα "ναι" σιγομουρμούρισα μέσα απ' τα σφιγμένα δόντια; Πώς να κρυφτώ από τους κουτσουρεμένους μήνες που τώρα με ψάχνουν και μου ζητούν απάντηση; Άφησα να μου μικρύνουν τη ζωή. Άφησα να μικρύνουν οι μήνες μου όπως τα ρούχα των παιδιών μας. Λιγοστεύαν οι μέρες και περισσεύαν απ' τα μανίκια μες το κρύο. Κι εγώ έβαζα τα χέρια στις τσέπες και ψηλάφιζα το κενό.
Μίκραιναν οι μήνες μου σαν τις μερίδες της χαράς μου. Στέρευαν τα χαμόγελα και τα μάτια χαμηλωμένα πάντα, κάτι να ψάχνουν στα πεζοδρόμια των άλλων. Μίκραιναν οι μήνες μου βασανιστικά και επαναλαμβανόμενα σε μια προκαθορισμένη μονοτονία. Πέρναγα την πόρτα βιαστικός για να κρυφτώ από όσα με περίμεναν απειλητικά στο κατώφλι. Μίκραιναν οι μήνες μου και οι μέρες σώνονταν νωρίς πριν να προλάβω να τις ζήσω. Χρώσταγα παντού και μου χρωστούσε μόνο η θλίψη. Μικραίνουν οι μήνες και έφευγαν πρόωρα οι ώρες.
Θαρρείς πως βιάζονταν να με ξεφορτωθούν. Βάρος τους έγινα κι εγώ και οι προσμονές μου. Μου είπαν να το πάρω χαμπάρι. Οι μήνες μικραίνουν κι εγώ θα ζω ώς τα μισά. Μετά θα σέρνομαι. Έτσι με θέλησαν. Να ζω για δύο σκάρτες βδομάδες κάθε μήνα. Και οι άλλες να τοκίζονται σε ξένους λογαριασμούς. Κι έλεγα "ναι" τόσο χαμηλόφωνα από τον φόβο μη με ακούσω εγώ ο ίδιος. Έχανα και σιωπούσα. Κόνταινα κι έλεγα πού θα πάει, κάπου θα τις βρω τις μέρες τις χαμένες. Μα δες που τώρα ήρθαν αυτές και με βρήκαν. Τις βρήκα απέναντί μου εκεί που δεν τις περίμενα. Δεν πρόλαβα, βλέπεις, να κρυφτώ. Και να που τώρα με ρωτούν αν θα συνεχίσω να κρύβομαι από τα όχι που δεν είπα τότε που τις άφησα να χάνονται σε ξένους τόκους. Πώς να κρυφτώ πια από τα όχι μου; Κρύφτηκα τόσους και τόσους μήνες. Δεν πάει άλλο.
Π. Κατσάκος