Κάθε φορά που μαθαίνουμε για ένα τόσο φρικτό έγκλημα, ευτυχώς όχι συχνά, όπως αυτό με το τετράχρονο κοριτσάκι, ανοίγει -και ευτυχώς ξανακλείνει αμέσως μόλις φύγει από το προσκήνιο- το ζήτημα της επαναφοράς της θανατικής ποινής.
Το θέμα τίθεται με όρους τηλεοπτικού πρωινάδικου - καφενείου φιλάθλων και σπάνια κάποιος πολιτικός, ακόμη και από προερχόμενους από τον συντηρητικό χώρο, τολμάει να προτείνει μια αποτρόπαια αντίληψη την οποία η Ευρώπη έχει αφήσει πίσω της εδώ και δεκαετίες. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και με όρους καφενείου, το θέμα τού πώς αντιδρά μια συντεταγμένη κοινωνία σε ειδεχθή εγκλήματα είναι μια συζήτηση εντός των ορίων.
Στην περίπτωση της μικρής Άννυ έχουμε, όμως, κάτι διαφορετικό. Έναν τοξικοεξαρτημένο πατέρα ο οποίος κατηγορείται πως σκότωσε με φρικτό τρόπο το παιδί του, και την ίδια ώρα έχουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χιλιάδες ανθρώπους που δεν έχουν τοξικοεξάρτηση, αλλά αντιθέτως είναι καταλογήσιμοι, οι οποίοι συναγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα σκεφτεί το πιο φρικτό μαρτύριο και τον πιο βασανιστικό θάνατο για τον παιδοκτόνο. Δεν μιλάμε καν για λιντσάρισμα, που είναι αποπροσωποιημένη συλλογική αυτοδικία. Μιλάμε για φρικτά βασανιστήρια.
Όλοι μας, πάνω στα νεύρα ή στον αποτροπιασμό μας, έχει τύχει να σκεφτούμε φρικτές τιμωρίες και εκδίκηση γι' αυτούς που μας προκαλούν τόσο ακραία συναισθήματα. Τις σκέψεις αυτές τις διώχνουμε, ντρεπόμαστε που φτάνουμε να σκεφτούμε τέτοια πράγματα, δεν τις διατυμπανίζουμε.
Οι άνθρωποι που τα γράφουν και τα αναρτούν στο Διαδίκτυο ώστε να γίνουμε όλοι κοινωνοί τού πόσο διεστραμμένα μπορεί να σκεφτούν, ή και -γιατί όχι- να πράξουν, ή να συνηγορήσουν στο να το κάνει κάποιος άλλος, αυτοί οι πρόθυμοι δήμιοι της διπλανής πόρτας, είναι πιο άρρωστοι από τον παιδοκτόνο. Ως κοινωνία έχουμε αλλάξει πίστα...
Γιώργος Κυρίτσης