Σειρά εκρηκτικών μηχανισμών ανατινάχθηκαν σε καφετέρια κοντά στο ξενοδοχείο όπου έχει καταλύσει ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν που επισκέπτεται την Δαμασκό, έγινε γνωστό από συριακή πηγή ασφαλείας.
Η έκρηξη σημειώθηκε περίπου στις 3:24 μ.μ. τοπική ώρα (12:24 GMT) σήμερα, μέσα σε καφετέρια στην οδό αλ-Νάσερ, στην περιοχή αλ-Μάρτζα, κοντά στο υπουργείο Δικαιοσύνης, όπως μεταδίδουν τα συριακά κρατικά μέσα ενημέρωσης όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ του το Al Jazeera.
Είναι η πρώτη φορά που ηγέτης δυτικής δύναμης επισκέπτεται την συριακή πρωτεύουσα από την ανάληψη της εξουσίας από τον ισλαμιστικό συνασπισμό υπό τον Αχμαντ αλ-Σάρα.
Αυτόπτες μάρτυρες είδαν καπνό να υψώνεται από την περιοχή του ξενοδοχείου, στη συγκεκριμένη καφετέρια, όπου ο Εμανουέλ Μακρόν πέρασε την νύχτα στο κέντρο της Δαμασκού όπου βρίσκεται και από όπου είχε αναχωρήσει νωρίτερα με προορισμό το προεδρικό μέγαρο όπου θα είχε συνομιλίες με τον πρόεδρο της Συρίας.
Η έκρηξη στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον εννέα ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους 20, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Υγείας της Συρίας.
Η άφιξη του Εμμανουέλ Μακρόν στη Δαμασκό
Κατά την άφιξη του χθες ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν επανέλαβε τη στήριξη της χώρας του προς τον συριακό λαό και ότι τάσσεται υπέρ μιας ενιαίας και κυρίαρχης Συρίας, όπως μεταδίδει το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Συρίας Sana News Agency.
Πιο συγκεκριμένα σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο πρόεδρος Μακρόν ανέφερε κατά την άφιξή του στη Δαμασκό: «Ήρθα για να επιβεβαιώσω τη δέσμευση της Γαλλίας να στηρίξει τον συριακό λαό, διασφαλίζοντας μια κυρίαρχη Συρία, ενωμένη μέσα στην πολυμορφία της και σε ειρήνη με τους γείτονές της».
Ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε ότι η Γαλλία εγκαινιάζει μια νέα φάση στις συρογαλλικές σχέσεις.
«Ας ανοίξουμε μαζί ένα νέο κεφάλαιο σταθερότητας και ειρήνης», είπε
Η γαλλική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον πρόεδρο της χώρας έφθασαν στη Δαμασκό για επίσημη επίσκεψη στη Συρία την οποία υποδέχθηκε στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Δαμασκού ο υπουργός Εξωτερικών και Απόδημων Σύρων, Άσαντ Χασάν αλ Σαϊμπάνι.
Η επίσκεψη αποτελεί την πρώτη του Γάλλου προέδρου στη Συρία από το 2009 και σηματοδοτεί τη μετάβαση των συρογαλλικών σχέσεων σε μια νέα φάση, βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό και στην ισότιμη συνεργασία.
Ο πρόεδρος Αλ-Σαράα δήλωσε ότι η επίσκεψη του Μακρόν αποτελεί σημαντική εξέλιξη στις σχέσεις των δύο χωρών, καθώς η Συρία εισέρχεται στη φάση της ανοικοδόμησης. Τόνισε ότι η Συρία διαθέτει σημαντικές δυνατότητες, αλλά χρειάζεται συνεργασία με τεχνολογικά προηγμένες χώρες, χαρακτηρίζοντας τη Γαλλία ως μία από τις κορυφαίες χώρες παγκοσμίως στους τομείς της τεχνολογίας και της ανοικοδόμησης.
«Χτίζουμε τους κρατικούς θεσμούς στη Συρία και αναπτύσσουμε πολυάριθμες συνεργασίες, μεταξύ άλλων στον τομέα της αεροπορίας, καθώς και στον τουρισμό, τη γεωργία και τη βιομηχανία», δήλωσε ο πρόεδρος Αλ-Σαράα. «Η Γαλλία θα συμβάλει στις υποδομές, τη βιομηχανία, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την αναδιάρθρωση των κρατικών θεσμών, ενώ υπάρχουν πολλοί ακόμη τομείς στους οποίους μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο».
Αναφερόμενος στο μεταναστευτικό, ο πρόεδρος Αλ-Σαράα δήλωσε ότι η Συρία έχει μειώσει σημαντικά τη μετανάστευση που προκλήθηκε από το προηγούμενο καθεστώς, προσθέτοντας ότι 1,5 εκατομμύριο εκτοπισμένοι Σύροι έχουν επιστρέψει στη χώρα μετά την απελευθέρωση.
Σχετικά με τη διακίνηση ναρκωτικών, ο πρόεδρος Αλ-Σαράα υποστήριξε ότι το προηγούμενο καθεστώς συμμετείχε ενεργά στην παραγωγή και εμπορία ναρκωτικών. Πρόσθεσε ότι, από τότε που οι νέες αρχές εγκαταστάθηκαν στη Δαμασκό, έχουν εργαστεί για την εξάρθρωση των δικτύων παραγωγής και διακίνησης ναρκωτικών.
Ο πρόεδρος Αλ-Σαράα ανέφερε επίσης ότι κατά την επίσκεψη του Μακρόν θα υπογραφούν αρκετές συμφωνίες, επισημαίνοντας ότι η ανοικοδόμηση του συριακού κράτους απαιτεί επενδύσεις στην ενέργεια, τη βιομηχανία, το ανθρώπινο δυναμικό, την αποκατάσταση των υποδομών και την αναδιάρθρωση των κρατικών θεσμών.
Τέλος, δήλωσε ότι η Συρία έχει υπογράψει αρκετές ενεργειακές συμφωνίες κατά τον τελευταίο χρόνο για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και πρόσθεσε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ανάγκες ανοικοδόμησης, στις οποίες οι σύμμαχες χώρες μπορούν να συμβάλουν μέσω επενδύσεων.