Ένα θλιβερό ρεκόρ κατέχει η Ελλάδα. Ρεκόρ που, δυστυχώς, αφορά τους πλέον αδύνατους οικονομικά και αφορά το ποσοστό εισοδήματος που είναι υποχρεωμένα να διαθέτουν τα νοικοκυριά για τις ανάγκες στέγασής τους (ενοίκιο ή δόση στεγαστικού δανείου, κοινόχρηστα, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας). Ήδη από το 2019 η σχετική έρευνα της Eurostat «ανακηρύσσει» πρωταθλήτρια την Ελλάδα και μάλιστα με διαφορά ανάμεσα σε χώρες της Ευρώπης όπου οι ενοικιαστές δαπανούν άνω του 50% του εισοδήματός τους για το κόστος στέγασης.
Σύμφωνα με τη Eurostat για το 2019 το 62,1% των ενοικιαστών στη χώρα μας δαπανούσαν άνω του 50% του εισοδήματός τους για το κόστος στέγασης. Το αντίστοιχο ποσοστό ενοικιαστών στη Ρουμανία ήταν 29,4%, στην Ισπανία 26,2%, στη Βουλγαρία 24,2%, στην Πορτογαλία 14,5%, στη Γερμανία 10%, στη Γαλλία 8,6% και στην Κύπρο μόλις 4,4%.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Μελετών της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας, τα 4 στα 10 νοικοκυριά βρίσκονται σε κατάσταση στεγαστικής κρίσης, δηλαδή το 40% του πληθυσμού, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να κινείται στο 9,2%. Δευτεραθλήτρια μετά την Ελλάδα στην Ευρώπη είναι η Βουλγαρία με 17,4%.
Είναι προφανές ότι χρειάζεται η χάραξη κρατικής πολιτικής σε κεντρική αλλά και αποκεντρωμένη βάση για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ήδη, κυβέρνηση και αντιπολίτευση διασταυρώνουν τα ξίφη τους, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση με πρόσφατη έκθεσή της δίνει κατευθυντήριες που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η έκθεση της E.E.
Η κατακόρυφη άνοδος τιμών ακινήτων και ενοικίων είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο και κινητοποιεί τόσο την Κομισιόν όσο και την ΕΚΤ. Με τις χώρες σε όλη την Ευρώπη να αντιμετωπίζουν τη συμπίεση λόγω των υψηλών ενοικίων, των τιμών των ακινήτων και του ενεργειακού κόστους, ο ρόλος των θεσμικών επενδυτών-ιδιοκτητών (funds) στην αγορά κατοικίας γίνεται όλο και περισσότερο στόχος δημόσιας οργής, ανέφερε σε πρόσφατο άρθρο του ο Guardian. Καθώς ήδη 3,6 τρισ. δολάρια έχουν επενδυθεί από fund σε ακίνητα στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό των αντιδράσεων είναι και το εξής:
Οι κάτοικοι του Βερολίνου ψήφισαν σε δημοψήφισμα πέρυσι υπέρ μιας πρότασης σύμφωνα με την οποία τα σπίτια που ανήκουν σε ιδιωτικές εταιρείες ακινήτων με περισσότερες από 3.000 κατοικίες θα πρέπει να τεθούν σε δημόσια ιδιοκτησία!
Στις 11 Μαρτίου 2022, σε έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τίτλο «Εξελίξεις στην αγορά στέγης στην Ευρωζώνη. Εστιάζοντας στην προσιτότητα της στέγης» τονίζει μεταξύ άλλων:
«Η άνοδος των τιμών των κατοικιών και η μειωμένη οικονομική προσιτότητα έχουν επιπτώσεις στις πτυχές της ανισότητας μεταξύ των γενεών, επηρεάζοντας κυρίως τα νέα νοικοκυριά. Η αδυναμία πρόσβασης στη στέγαση και ο οικονομικός αντίκτυπος των πιέσεων οικονομικής προσιτότητας μπορεί να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις ή περιορισμούς στη δημιουργία νοικοκυριών για τις νεότερες γενιές.
Μπορεί να υπάρξει αντιστάθμιση μεταξύ του βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου αντίκτυπου των πολιτικών που στοχεύουν στην προστασία της οικονομικής προσιτότητας της στέγασης από την πλευρά της ζήτησης. Οι πολιτικές που στοχεύουν στη μείωση του κόστους στέγασης μέσω επιδοτήσεων... ενδέχεται να είναι αποτελεσματικές στη στήριξη της οικονομικής προσιτότητας για αυτές τις ομάδες βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, αυτές οι επιδοτήσεις μεταφέρονται τουλάχιστον εν μέρει στους ιδιοκτήτες κατοικιών, τροφοδοτώντας είτε τις τιμές των κατοικιών είτε το κόστος ενοικίασης.
Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η σταδιακή αύξηση του κόστους στέγασης και οι επακόλουθες πιέσεις σε προσιτές τιμές, απαιτούνται πολιτικές από την πλευρά της προσφοράς. Αυτές οι πολιτικές χρειάζονται για να διασφαλιστεί ότι υπάρχει επαρκής προσφορά προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη που μεταφράζει τη ζήτηση σε υψηλές τιμές. Η φορολόγηση της περιουσίας προσφέρει τη δυνατότητα παροχής στον δημόσιο τομέα των τόσο αναγκαίων φορολογικών εσόδων χωρίς στρέβλωση της οικονομικής δραστηριότητας».
Από το παρατιθέμενο απόσπασμα προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εστιάζει σε πολιτικές και μέτρα αύξησης της προσφοράς κατοικιών και δευτερευόντως σε φορολογικά μέτρα, ενώ θεωρεί ότι η μονομερής ενίσχυση με επιδοτήσεις θα τροφοδοτεί την άνοδο των ενοικίων και των τιμών των ακινήτων. Η πολιτική και τα μέτρα ενίσχυσης της προσφοράς ακινήτων είναι η πολιτική που έχουν ήδη επιλέξει πολλές χώρες της Ε.Ε. Σε εντελώς άλλη κατεύθυνση φαίνεται να κινείται η ελληνική κυβέρνηση, καθώς προς την κατεύθυνση της αύξησης προσφοράς ακινήτων τα προωθούμενα μέτρα είναι αναιμικά.
Μέτρα σε χώρες Ε.Ε.
1. Γερμανία: Η τοπική κυβέρνηση του Βερολίνου αποφάσισε να αγοράσει περίπου 14.750 διαμερίσματα έναντι 2,46 δισ. ευρώ για να λύσει το θέμα των υψηλών τιμών των ακινήτων.
2. Κύπρος: Προωθείται Πρόγραμμα Δημιουργίας Οικιστικών Μονάδων από τον Κυπριακό Οργανισμό Αναπτύξεως Γης. Επίσης, εισαγωγή Πολεοδομικών Κινήτρων και Εργαλείων για παραγωγή προσιτής κατοικίας και δημιουργία αγοράς προσιτού ενοικίου.
3. Ισπανία: Το 2019 επέβαλε την παραμονή του ενοικιαστή μέχρι τη λήξη του συμβολαίου ακόμα και στην περίπτωση που το ακίνητο έχει πουληθεί. Η ελάχιστη διάρκεια του μισθωτηρίου συμβολαίου αυξήθηκε από τα τρία στα πέντε χρόνια. Ήδη εφαρμόζονται μέτρα στήριξης ενοικίου ύψους 250 ευρώ/μήνα για δύο έτη, για νέους κάτω των 30 ετών εάν κερδίζουν λιγότερα από 1.977 ευρώ/μήνα. Ενώ υπάρχει νομοθετική ρύθμιση με δημοσιονομική επιβάρυνση ύψους 2 δισ. ευρώ που συμπεριλαμβάνει και φορολογικές εκπτώσεις για τους ιδιοκτήτες που μειώνουν τα ενοίκια τους.
4. Πορτογαλία: To 2018 ενέκρινε νόμο για τη στέγαση, στον οποίο τα άτομα άνω των 65 ετών ή τα άτομα με 60% αναπηρία δεν μπορούν να εκδιωχθούν από την κατοικία τους εάν διαμένουν περισσότερα από 15 έτη. Επίσης, η κυβέρνηση Κόστα προώθησε φορολογικά μέτρα για μακροχρόνιες μισθώσεις με προοδευτική φορολογική απαλλαγή για τα εισοδήματα που λαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη.
5. Αυστρία: Από τα 1,8 εκατ. κατοίκους που έχει η πόλη, το 62% ζει σε κατοικίες κοινωνικών εισοδημάτων, σύμφωνα με το Δημοτικό Συμβούλιο της Βιέννης. Ο δήμος έχει προγραμματίσει να χτίσει επιπλέον 4.000 δημοτικά διαμερίσματα. Περίπου 500.000 άνθρωποι ζουν σε αυτά με καθαρή τιμή ενοικίασης 5,58 ευρώ ανά τ.μ. (δηλαδή 558 ευρώ τα 100 τ.μ.).
Επιπλέον, υπάρχουν 200.000 επιδοτούμενες συνεταιριστικές κατοικίες ή κατοικίες με επιδοτούμενο ενοίκιο και ανήκουν στην ομοσπονδία περιορισμένων εισοδηματικών κατοικιών και κοστίζουν προς ενοικίαση κατά μέσο όρο 512,40 ευρώ το μήνα.
Στη Βιέννη το δικαίωμα ενοικίασης και διαμονής σε επιδοτούμενη κατοικία έχουν όσες οικογένειες έχουν ετήσιο εισόδημα είναι 42.000 ευρώ κατ' άτομο.
6. Ολλανδία: Η ολλανδική κυβέρνηση για να αποφύγει την επιβολή μέτρων ελέγχου των ενοικίων έχει θέσει ως στόχο να κατασκευαστούν 1 εκατ. διαμερίσματα μέχρι το 2030.

Ένα πρόβλημα, δύο κόσμοι
Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές στις χώρες που ενδεικτικά παρατέθηκαν εστιάζουν σε αυτό που θεωρεί κεντρικό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δηλαδή στην αύξηση της προσφοράς ακινήτων προ πώληση ή ενοικίαση. Και κυρίως με διευρυμένα κοινωνικά κριτήρια. Επίσης αυτές οι πολιτικές ήδη εφαρμόζονται από το 2019. Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη τώρα άρχισε τις διαρροές για μέτρα στεγαστικής πολιτικής, που είναι αναιμικά και δεν κινούνται προς την ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Η κυβερνητική πρόταση
Ειδικότερα, η κυβέρνηση έπειτα από αφωνία τριών ετών επί του θέματος προωθεί τα εξής:
1. Στον πρώτο άξονα μέτρων περιλαμβάνεται η ενεργοποίηση του προγράμματος κατασκευής εργατικών κατοικιών σε οικόπεδα του πρώην ΟΑΕΔ. Η δημιουργία, και μάλιστα με ΣΔΙΤ, μπορεί να ευνοεί κάποιους μεγαλοεργολάβους όμως ξαναγυρίζει την Ελλάδα στην εποχή των «γκέτο» εργατικών κατοικιών και έχει εγκαταλειφθεί σε όλη την Ευρώπη. Είναι επίσης χρονοβόρα καθώς θα χρειαστούν μερικά χρόνια, άρα δεν αντιμετωπίζουν άμεσα το πρόβλημα. Επιστρέφει τη χώρα σε εποχές ρουσφετιών και αδιαφανούς διάθεσης εργατικών κατοικιών.
2. Το μέτρο rent to own είναι έμπνευσης Πτωχευτικού Κώδικα, δηλαδή ο ενοικιαστής πληρώνει νοίκι μέχρι να του επιτραπεί να αγοράσει το σπίτι που νοικιάζει. Επαναφέρουν δηλαδή το leasing του Ν.2736/1999 του ΠΑΣΟΚ που δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
3. Χρησιμοποιούνται τρία προϋπάρχοντα μέτρα:
α. Η επιδότηση ενοικίου που δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2018 για πρώτη φορά και συνεχίζεται.
β. Η επιδότηση επιτοκίου στεγαστικού δανείου και η επιδότηση αγοράς πρώτης κατοικίας (δηλαδή του στεγαστικού δανείου).
4. Η ανακαίνιση υπαρχόντων κτηρίων του πρώην ΟΕΚ, δηλαδή 150 κατοικίες πανελλαδικά και άλλες 100 κατοικίες (70 στην Αθήνα και 30 στη Θεσσαλονίκη) που θα χρηματοδοτηθούν από το ταμείο ανάκαμψης είναι ψίχουλα και μόνο ουσιαστική παρέμβαση στην προσφορά κατοικιών δεν μπορεί να θεωρηθεί. Προφανώς και δεν έχουν κατανοήσει την κλίμακα του προβλήματος, τις χιλιάδες κατοικίες δηλαδή που απαιτούνται.
Οι προτάσεις ΣΥΡΙΖΑ
«Δεσμευόμαστε να ενισχύσουμε το δικαίωμα των νέων στη στέγη. Με ένα πρόγραμμα που θα εξασφαλίζει ισχυρή δημόσια στήριξη στα νέα ζευγάρια για τα πρώτα δύσκολα χρόνια. Με τη δημιουργία μιας Τράπεζας Στέγης και συνδυασμένες παρεμβάσεις ώστε να αποκτήσουμε σημαντικό απόθεμα κατοικιών προς διάθεση σε νέα ζευγάρια» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αλ. Τσίπρας στην εναρκτήρια ομιλία του στο 3ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Η πρόταση αυτή ήταν ένα από τα 5+1 μέτρα άμεση ανακούφισης της κοινωνίας από την ακρίβεια. (Με άμεση μείωση κατά 50% των λογαριασμών ρεύματος και άλλα μέτρα).
Σύμφωνα με πληροφορίες, ειδική ομάδα εργασίας υπό τη Θεανώ Φωτίου έχει επεξεργαστεί λεπτομερές πακέτο μέτρων που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:
1. Τη δημιουργία πολλών δεκάδων χιλιάδων κατοικιών με εκμετάλλευση του αποθέματος ακινήτων που διαθέτει το Δημόσιο, οι δήμοι και άλλοι οργανισμοί με κινητοποίηση άνω του 1,5 δισ. από το ταμείο ανάκαμψης.
Το απόθεμα δημιουργείται από:
α) Κενά, ανεκμετάλλευτα κτήρια του Δημοσίου, των δήμων, της Εκκλησίας και μη κερδοσκοπικών φορέων κοινωφελούς σκοπού (σωματεία, ιδρύματα, κληροδοτήματα, κ.λπ.).
β) Κενά εγκαταλελειμμένα κτήρια ιδιωτών σε διάφορους δήμους (κατοικίες ή άλλων χρήσεων, εφόσον μετατρέπονται εύκολα σε κατοικίες).
γ) Κατοικίες και διαμερίσματα ιδιωτών που θα τις διαθέσουν ή επαναδιαθέσουν προς ενοικίαση χάρη σε ένα πλέγμα κινήτρων, εξασφαλίσεων και παροχών από το κράτος.
Ας σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό κενών κτηρίων μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απογραφή 2011: 35,3%.
2. Η κατάργηση του Πτωχευτικού Κώδικα της κυβέρνησης Μητσοτάκη και δημιουργία αποτελεσματικού πλαισίου προστασίας της πρώτης κατοικίας με παράλληλη επιδότηση ενοικίων και δόσεων στεγαστικών δανείων.
3. Έλεγχο της δραστηριότητας του Airbnb.