Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για το μέλλον των δημόσιων οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκτιμώντας ότι χωρίς αλλαγές πολιτικής το μέσο δημόσιο χρέος των κρατών-μελών θα ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ έως το 2040. Ωστόσο, πίσω από τους αριθμούς αναδεικνύεται ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: ποιος θα πληρώσει το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής; Την ώρα που το ΔΝΤ προτείνει αυξήσεις φόρων ή περικοπές δαπανών, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζεται ως «παράδειγμα επιτυχίας», παρά το γεγονός ότι η αποκλιμάκωση του χρέους συνοδεύτηκε από δεκαπέντε χρόνια λιτότητας, συμπίεσης μισθών και αποδυνάμωσης του κοινωνικού κράτους.
Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε ότι οι δημοσιονομικές πιέσεις θα ενταθούν λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, της ενεργειακής μετάβασης και των αυξανόμενων στρατιωτικών δαπανών, οι οποίες συνολικά εκτιμάται ότι θα επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς κατά περίπου 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2040.
Η πρόταση του Ταμείου είναι σαφής: οι χώρες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια θα πρέπει να βρουν πόρους είτε μέσω αύξησης της φορολογίας είτε μέσω περικοπών σε άλλες δημόσιες δαπάνες. Πρόκειται για μια προσέγγιση που επαναφέρει στο προσκήνιο τη λογική της δημοσιονομικής πειθαρχίας, χωρίς όμως να απαντά στο ερώτημα αν οι κοινωνίες μπορούν να αντέξουν έναν ακόμη κύκλο περιοριστικών πολιτικών.
Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις του Fiscal Monitor δείχνουν ότι σχεδόν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης θα δουν το χρέος τους να αυξάνεται έως το 2031, με μοναδικές εξαιρέσεις την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η Ελλάδα μάλιστα αναμένεται να μειώσει το δημόσιο χρέος της από το 145,7% του ΑΕΠ στο 110,9%, χαμηλότερα ακόμη και από τη Γαλλία και το Βέλγιο.
Η εικόνα αυτή παρουσιάζεται από τους διεθνείς οργανισμούς ως αποτέλεσμα της ισχυρής ανάπτυξης, των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και της ενεργητικής διαχείρισης του χρέους. Ωστόσο, από κοινωνική σκοπιά, τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι ουδέτεροι αριθμοί. Αντιστοιχούν σε περιορισμένες δημόσιες επενδύσεις, πίεση στις κοινωνικές δαπάνες και διαρκή επιβάρυνση των νοικοκυριών μέσω της φορολογίας και της ακρίβειας.
Παράλληλα, το ΔΝΤ σημειώνει ότι η Ελλάδα δεν θα δεχθεί επιπλέον πίεση από τις αμυντικές ή συνταξιοδοτικές δαπάνες, καθώς ήδη διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά στρατιωτικών δαπανών στο ΝΑΤΟ, ενώ οι ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών οδηγούν σε σταδιακή μείωση της συνταξιοδοτικής επιβάρυνσης.
Η συζήτηση για το δημόσιο χρέος, επομένως, δεν αφορά μόνο τη δημοσιονομική σταθερότητα αλλά και τις πολιτικές επιλογές που διαμορφώνουν την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Η διαρκής προσήλωση στη μείωση των δεικτών, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των μισθών, της δημόσιας υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής προστασίας, κινδυνεύει να μετατρέψει τη δημοσιονομική «επιτυχία» σε κοινωνική στασιμότητα. Η πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι μόνο να περιορίσει το χρέος της, αλλά να οικοδομήσει ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα υπηρετεί την κοινωνική συνοχή και όχι αποκλειστικά τους δημοσιονομικούς κανόνες και τις απαιτήσεις των αγορών.