Πρωταθλήτρια στις καθυστερήσεις πτήσεων αναδεικνύεται για άλλη μια φορά η Ελλάδα, που την περασμένη Τετάρτη 15 Ιουλίου άγγιξε τα 4,59 λεπτά καθυστέρησης ανά πτήση κατατασσόμενη στις πρώτες θέσεις μαζί με τη Γαλλία.
Η εικόνα αυτή των καθυστερήσεων δεν αφορά φυσικά μόνο τη συγκεκριμένη μέρα, καθώς σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Eurocontrol (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας), όλο τον Ιούλιο η χώρα παρουσιάζει σταθερά μεγάλες καθυστερήσεις ανά πτήση, σε συντριπτικό ποσοστό λόγω ανεπαρκούς χωρητικότητας (ATC - Air Traffic Control Capacity).
Η χωρητικότητα είναι ο μέγιστος αριθμός αεροσκαφών που μπορεί να διαχειριστεί με ασφάλεια μια μονάδα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας (όπως π.χ. το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών) μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση το διαθέσιμο προσωπικό, τον εξοπλισμό, τη διάταξη του εναέριου χώρου και την πολυπλοκότητα της κυκλοφορίας.
Ενδεικτικό είναι ότι με βάση τις συνολικές καθυστερήσεις ανά πτήση λόγω ανεπαρκούς χωρητικότητας, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση μπροστά από το εμπόλεμο… Ισραήλ, καθώς στις περισσότερες χώρες το μεγάλο ποσοστό των καθυστερήσεων οφείλεται στις καιρικές συνθήκες και όχι στη χωρητικότητα!
Στη Γαλλία, για παράδειγμα, που η συνολική καθυστέρηση ανά πτήση την Τετάρτη 15/7 Ιουλίου ήταν στα 7,24 λεπτά ανά πτήση, το 72% των καθυστερήσεων οφειλόταν στις καιρικές συνθήκες. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ήταν 0%, με το 91% των καθυστερήσεων να επέρχονται φυσικά λόγω της ανεπαρκούς χωρητικότητας
Η ΑΥΓΗ κατέγραψε μέσα από τα δεδομένα του Eurocontrol τις συνολικές καθυστερήσεις ανά πτήση από την 1η Ιουλίου μέχρι και τις 15 Ιουλίου, τα οποία φανερώνουν τη σταθερή εμφάνιση των καθυστερήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της θερινής σεζόν. Σημειωτέον, η συνολική καθυστέρηση αφορά τόσο την καθυστέρηση κατά την άφιξη των αεροπλάνων στα ελληνικά αεροδρόμια όσο και τις λεγόμενες καθυστερήσεις εν πτήσει (en route) λόγω αυξημένης κίνησης των σκαφών που περνάνε από τον ελληνικό εναέριο χώρο.
Σύμφωνα με το Eurocontrol, την περασμένη Τετάρτη τα λεπτά των καθυστερήσεων εν πτήσει στο Κέντρο Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας Αθηνών (ATHINAI ACC) ανέρχονταν στα 3,71 λεπτά ανά πτήση, ενώ τα αντίστοιχα λεπτά καθυστέρησης αφίξεων στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος ήταν 4,52 λεπτά ανά πτήση
Πού οφείλονται οι καθυστερήσεις
Στις 6 Ιουλίου, λόγω των επαναλαμβανόμενων καθυστερήσεων πτήσεων, η ΥΠΑ αναγκάστηκε να εκδώσει ανακοίνωση παραδεχόμενη πως οι καθυστερήσεις, όπως παρουσιάζονται στα δεδομένα του Eurocontrol «είναι υπαρκτές και ενισχυμένες». Προσθέτοντας ως προς τις αιτίες ότι «καταγράφονται και σε άλλους ευρωπαϊκούς παρόχους, ιδίως λόγω της εποχικής ζήτησης και των γεωπολιτικών εξελίξεων, που έχουν μεταβάλει τις ροές πτήσεων στην ευρύτερη περιοχή». Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνει ότι «ήδη από το Σάββατο, 4 Ιουλίου 2026, η κίνηση (4.925 πτήσεις) έχει ξεπεράσει τις υψηλότερες τιμές του 2025 (4.916 πτήσεις, στις 10 Αυγούστου)».
Εντούτοις, ως συνήθως, η ΥΠΑ αναφέρει τη μισή αλήθεια για τις αιτίες των καθυστερήσεων. Είναι πλέον τοις πάσι γνωστό μετά το περίφημο black out στο FIR Αθηνών στις αρχές του έτους -οπότε για 8 ώρες υπήρξε η ολική απώλεια επικοινωνιών του Κέντρου Ελέγχου Περιοχής Αθηνών Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘΜ)- πως η αναβάθμιση των συστημάτων ασφαλείας και εναέριας κυκλοφορίας έχει καθυστερήσει τρομερά.
Τριτοκοσμικός εξοπλισμός
Γι’ αυτό, εξάλλου, ήδη από τις αρχές Ιουνίου οι Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας κατήγγειλαν ότι «καλούνται για άλλο ένα καλοκαίρι να εργαστούν με εξοπλισμό που είναι χειρότερος ακόμα και από αυτόν που χρησιμοποιείται σε τριτοκοσμικές χώρες και να διαχειριστούν κυκλοφορία που αυξάνεται συνεχώς, σημειώνοντας νέο ρεκόρ κάθε χρόνο».
Από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι τα απαρχαιωμένα ραντάρ για τα οποία έχει στείλει εδώ και καιρό αιτιολογημένη γνώμη η Κομισιόν, με την ολοκλήρωση αναβάθμισης αυτών να υπολογίζεται στην καλύτερη των περιπτώσεων το 2030.
Και λέμε στην καλύτερη, καθώς οι παλινδρομήσεις της ΥΠΑ στην πολύπαθη ιστορία των ραντάρ δεν έχουν τελειωμό: Τον περασμένο Μάρτιο η ΥΠΑ είχε αποφασίσει να προχωρήσει στη σύναψη δημόσιας σύμβασης με απευθείας διαπραγμάτευση με τη γαλλική THALES για την «αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Εναέριας Επιτήρησης» και του «Συστήματος Επεξεργασίας Δεδομένων» προϋπολογισμού 160 εκατ. ευρώ, δηλαδή για την αναβάθμιση του συστήματος επεξεργασίας πτήσεων και δεδομένων επιτήρησης Pallas 3G στη νέα έκδοση TopSky ATC one, και την αναβάθμιση 7 ραντάρ σε Καμάρα, Υμηττό, Ελληνικό, Λευκάδα, Κύθηρα, Πήλιο και Μερέντα (στο τελευταίο, μέσα σε 6 μήνες παρουσιάστηκε δύο φορές απώλεια ζεύξης δεδομένων).
Όμως, δεν πρόλαβαν να περάσουν δύο μήνες, και με απόφασή της στις 15 Μαΐου, αποφάσισε να τροποποιήσει την απόφασή της και να αποσπάσει από τη σύμβαση το κομμάτι της αναβάθμισης των 7 ραντάρ και να προχωρήσει σε ξεχωριστή διαδικασία για τη διενέργεια ανοικτού διαγωνισμού για την προμήθειά τους. Η απόφαση αυτή λέγεται ότι προήλθε μετά από καταγγελίες της ανταγωνιστικής ιταλικής εταιρείας Leonardo για διακριτική μεταχείριση υπέρ της THALES.
Μικρή σημείωση: Το εν λόγω έργο είχε ξεκινήσει με 76 εκατ. ευρώ το 2022, πριν φτάσει σήμερα να κοστολογείται στα 160 εκατ.!
Η εγκατάσταση κρίσιμων συστημάτων για την αεροναυτιλία καθυστερεί υπερβολικά, ακόμα και σε έργα τα οποία έχουν συμβασιοποιηθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εγκατάσταση νέου συστήματος επικοινωνιών φωνής (VCRS) στα περιφερειακά αεροδρόμια, η σύμβαση για το οποίο έχει υπογραφεί από το 2023 και μέχρι σήμερα δεν έχει παραδοθεί το σύστημα σε κανένα αεροδρόμιο, ενώ ζητείται παράταση άλλων δεκαοχτώ μηνών για την ολοκλήρωση του έργου.
Τέλος, σε σχέση με το προσωπικό των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, το 2025 διορίστηκαν 92 ελεγκτές, που όχι μόνο δεν επαρκούν, αλλά αργεί η ολοκλήρωση της τοποθέτησής τους, καθώς προηγείται στάδιο εκπαίδευσης.
