Δεν φαίνεται να έχουν τέλος τα προβλήματα στο ΕΣΥ, καθώς -μετά τις δύσκολες μέρες του χιονιά- τις επόμενες ημέρες αναμένεται να μειωθεί κι άλλο το προσωπικό των νοσοκομείων. Συγκεκριμένα, από την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου εφαρμόζεται η διάταξη για τη χρονική διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών εμβολιασμού που είναι επτά μήνες. Οι υγειονομικοί εμβολιάστηκαν πρώτοι και η συντριπτική πλειονότητα ξεπέρασε το επτάμηνο. Παράλληλα, πάνω από 10.000 εργαζόμενοι στο σύστημα Υγείας δεν έχουν εμβολιαστεί με την αναμνηστική δόση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να βγουν σε αναστολή.
Σε ανακοίνωσή της η ΠΟΕΔΗΝ τονίζει ότι η κυβέρνηση δείχνει εγκλωβισμένη στην επιλογή τής υποχρεωτικότητας εμβολιασμού του υγειονομικού προσωπικού και βρίσκεται πια σε πλήρες αδιέξοδο. Μάλιστα, διοικήσεις νοσοκομείων ήδη συγκεντρώνουν πιστοποιητικά εμβολιασμού των υπαλλήλων για να εφαρμόσουν τον νόμο και να θέσουν σε αναστολή όσους υπερέβησαν το επτάμηνο και δεν εμβολιάστηκαν με την αναμνηστική δόση.
«Πώς θα δουλεύουν τα νοσοκομεία από Τρίτη 1.2.2022 με 10.000 ακόμη αποχωρήσεις συναδέλφων; Θα βουλιάξουμε!» καταγγέλλει η Ομοσπονδία, συμπληρώνοντας ότι οι απώλειες θα προστεθούν στους 4.700 υγειονομικούς που βρίσκονται ήδη σε αναστολή εργασίας. Επίσης, γιατροί που τώρα εργάζονται με πιστοποιητικά νόσησης μετά το τρίμηνο τίθενται σε αναστολή.
Επομένως η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα να θέσει ακόμη 10.000 υγειονομικούς σε αναστολή ή να σιωπήσει. Ωστόσο, εάν σιωπήσει «γιατί οι 4.700 συνάδελφοι βρίσκονται ακόμη σε αναστολή; Γιατί συνάδελφοι που εργάζονται με πιστοποιητικά νόσησης μετά το τρίμηνο τίθενται σε αναστολή;» διερωτάται η ΠΟΕΔΗΝ τονίζοντας ότι η κυβέρνηση έπεσε στην παγίδα της αδιέξοδης πολιτικής που εφάρμοσε.
Πυρ ομαδόν για τη χαλάρωση των μέτρων
Την ίδια ώρα, έντονη κριτική ασκούν οι επιστήμονες στην κυβέρνηση με αφορμή την απόφαση να χαλαρώσει το πλαίσιο των μέτρων κατά της εξάπλωσης του κορωνοϊού. Ενώ το σύστημα Υγείας πιέζεται και οι θάνατοι προσεγγίζουν ή ξεπερνούν τους 100 ημερησίως, ο Θάνος Πλεύρης ανακοίνωσε την Πέμπτη την άρση περιορισμών μεταδίδοντας ένα μήνυμα που δεν προκύπτει από τα επιδημιολογικά δεδομένα.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια Επιδημιολογίας του ΕΚΠΑ Αθηνά Λινού, αυτή την περίοδο ενδέχεται να πηγαίνουμε προς το τέλος της πανδημίας, αλλά ενδέχεται και να είμαστε πριν από νέα έξαρση λόγω και της Όμικρον 2. Σε συνέντευξή της στον ΑΝΤ1 χαρακτήρισε «λάθος» τη χαλάρωση μέτρων, καθώς καθημερινά έχουμε αύξηση του μέσου αριθμού ημερήσιων θανάτων.
Αντιφατική η απόφαση
Ο καθηγητής Αιματολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Γρηγόρης Γεροτζιάφας μιλώντας στον ΣΚΑΪ έκανε λόγο για αντιφατικό μήνυμα τόσο εξαιτίας του τριψήφιου αριθμού θανάτων από κορωνοϊό, αλλά κυρίως εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των νοσηλευόμενων ασθενών.
Η απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τη χαλάρωση των μέτρων «παίρνει υπόψη της την οικονομία» εκτίμησε ο Γ. Γεροτζιάφας, συμπληρώνοντας ότι αυτό που γίνεται σήμερα ήταν πλήρως προδιαγεγραμμένο από τα δεδομένα που είχαμε από τον Σεπτέμβριο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν τρία προβλήματα. Πρώτον, η Ελλάδα βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο νοσηλειών σε σχέση με τις κορυφώσεις των προηγούμενων κυμάτων. Δεύτερον, περίπου το 15%-30% όσων νοσήσουν θα έχουν μετά long Covid. Τρίτον, τα ανεμβολίαστα άτομα που παθαίνουν συμπτωματική Covid-19 έχουν υψηλό κίνδυνο επιπλοκών, μέχρι και θνητότητα έως τρεις φορές μεγαλύτερη αν κάνουν προγραμματισμένα χειρουργεία εντός μήνα από τη νόσηση.
Λάθος μήνυμα
Μεταφέροντας την εμπειρία από τα νοσοκομεία, ο διευθυντής της Β’ ΜΕΘ του Νοσοκομειου «Παπανικολάου» στη Θεσσαλονίκη Νίκος Καπραβέλος εκτίμησε ότι αυτή τη στιγμή είναι λάθος μήνυμα η χαλάρωση των μέτρων, μολονότι αυτά που αποφασίστηκαν είναι «με το σταγονόμετρο». Ωστόσο, μπορεί να οδηγήσουν σε χαλάρωση της συμπεριφοράς των πολιτών, κάτι που «νομίζω η Επιτροπή δεν θα ήθελε ποτέ. Ειλικρινά, τους ξέρουμε όλους».
40.000-50.000 τα πραγματικά κρούσματα
Ο καθηγητής Πενυμονολογίας Νίκος Τζανάκης επανέλαβε μιλώντας στον ΑΝΤ1 ότι ο αριθμός των κρουσμάτων είναι πλασματικός και πιθανώς φτάνουν μέχρι και τα 50.000.
Για τη χαλάρωση των μέτρων ο ίδιος είπε ότι «πρέπει να εστιάσουμε με σωστό επιδημιολογικό τρόπο τα μέτρα. Με τη μεγαλύτερη δυνατή χαλάρωση, αλλά τη μέγιστη δυνατή επιδημιολογική ασφάλεια».