Live τώρα    
4°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
4 °C
-0.8°C5.8°C
1 BF 64%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
3 °C
0.2°C4.6°C
2 BF 59%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
1 °C
-1.0°C5.7°C
1 BF 43%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αραιές νεφώσεις
7 °C
5.5°C7.5°C
4 BF 74%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
-1 °C
-1.5°C-1.5°C
0 BF 53%
Μπάμπης Δρακόπουλος / Ένας δημοκρατικός ηγέτης της Αριστεράς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μπάμπης Δρακόπουλος / Ένας δημοκρατικός ηγέτης της Αριστεράς

ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
1973, δίκη του Μπ. Δρακόπουλου στο Εφετείο

Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο, τα ΑΣΚΙ και το Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς ένας αφιερωματικός τόμος για τον πρώτο γραμματέα του ΚΚΕ Εσωτερικού, τον Μπάμπη Δρακόπουλο. Με τίτλο «Ένας δημοκρατικός ηγέτης της Αριστεράς. Αναμνήσεις και πολιτικά κείμενα», ο τόμος περιλαμβάνει γνωστά και άγνωστα γραπτά του ηγέτη της Ανανεωτικής Αριστεράς, ανέκδοτες αναμνήσεις και δημοσιευμένα πολιτικά κείμενα, αντιπροσωπευτικά της προσωπικής και πολιτικής του σκέψης και πορείας. Ανάμεσά τους μια μοναδική ανέκδοτη προφορική μαρτυρία του Μπάμπη Δρακόπουλου που εντοπίστηκε στο αρχείο του -που φυλάσσεται στα ΑΣΚΙ- και αναφέρεται στον Μεσοπόλεμο και τα φοιτητικά του χρόνια, στα διαβάσματά του και στην ένταξή του στο κομμουνιστικό κίνημα. Το μεγαλύτερο μέρος των αναμνήσεών του όμως είναι επικεντρωμένο στην εξορία του στη Φολέγανδρο την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας. Από αυτή την ενότητα προέρχονται και τα αποσπάσματα που ακολουθούν.

Απόσπασμα ανέκδοτης μαρτυρίας του Μπάμπη Δρακόπουλου σχετικά με την εξορία του στη Φολέγανδρο την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας

Η άφιξη στο νησί

[...] Κάθε φορά που 'ρχόταν το καράβι, οι εξόριστοι ζούσανε σε μια κατάσταση αναμονής, ότι ερχόταν κάτι καινούργιο. Ένας άνθρωπος να 'ρχόταν από πέρα, ήταν ένα μήνυμα απ' τον έξω κόσμο. Ήταν ένας καινούργιος σύντροφος - μια καινούργια πραγματικότητα. Είδα, λοιπόν, εκεί, όταν φτάσαμε κοντά, το Κεντρικό μας, το σπίτι στο οποίο γινόταν όλη η κοινή μας δραστηριότητα και δράση, που ήταν το κέντρο μας το οικονομικό, το μαγειρειό μας, η αποθήκη μας, το μπακάλικό μας, ο χώρος όπου διασκεδάζαμε και κάναμε και γενικές συνελεύσεις, νόμιμες, όχι παράνομες, και, επίσης, ο χώρος όπου κάναμε και τον περίπατό μας· επίσης, ήταν κι ο χώρος όπου είχαμε τα γουρούνια μας, τη Φρειδερίκη και τον Παύλο. Έξω από το σπίτι και προς το δρόμο, προς το καραβοστάσι, μας περίμεναν τα παιδιά. Εκεί ανάμεσα βλέπω τις γυναίκες μας, πρώτα - πρώτα, και τους δικούς μας τους γνωστούς, γιατί εγώ κάποιους απ' αυτούς τους γνώριζα: ήταν, πρώτα - πρώτα, ο Αδάμ ο Μολυβδάς, που τον είχα γνωρίσει στην παρανομία, στην Αθήνα. Μαζί με τον Αδάμ ήταν ο Γιώργος Τρικαλινός [...].

Έτσι βρέθηκα σ' ένα κάπως γνωστό περιβάλλον από την αρχή. Βέβαια, και τους άλλους τους είδα ως συντρόφους· με χαιρέτησαν όλοι, με αγκάλιασαν. Και πρωτοεγκαταστάθηκα σε ένα από τα πιο φτωχά σπίτια που 'ταν μέσα στο κάστρο. Ουσιαστικά, είχε μόνο ένα δωμάτιο, σε σχήμα παραλληλόγραμμο· ανέβαινες μερικά σκαλιά και, στο τέλος, μια μικρή κουζίνα κι ένα υποτυπώδες αποχωρητήριο. Αυτό ήταν όλο. Αυτό, όμως, ήταν μες στο κάστρο· γιατί το χωριό είχε σπίτια που 'ταν μες στο κάστρο και σπίτια που 'ταν απ' έξω. Κι έτσι, αρχίζει η ζωή μου στη Φολέγανδρο. [...]

ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Κηδεία Μήτσου Παρτσαλίδη, 25 Ιουνίου 1980. Από αριστερά: Λεωνίδας Κύρκος, Φώκος Βέττας, Λεωνίδας Τζεφρώνης,
Μπάμπης Δρακόπουλος, Τάκης Μπενάς, Κώστας Φιλίνης

Οι Φολεγανδρινοί

Το σπίτι ήταν σκοτεινό· είχε μόνο μία πόρτα ανοιχτή κι ένα παράθυρο, στο βάθος, στενό. Η μεριά, δηλαδή, που έβλεπε προς τα έξω δεν είχε κανένα παράθυρο. Ήτανε ένας περίεργος τρόπος με τον οποίο φωτιζόντουσαν τα σπίτια κι απορεί κανείς πώς ζούσαν άνθρωποι 'κεί μέσα· αυτά τα σπίτια, ουσιαστικά, ήταν εγκαταλελειμμένα, γιατί η Φολέγανδρος, εκείνην την εποχή, είχε αδειάσει από ένα μεγάλο μέρος κόσμου, ιδιαίτερα από άντρες. Καθώς δεν μπορούσαν να ζήσουνε με την παραγωγή της ή με τις δυνατότητες απασχόλησης που έδινε, όλοι φεύγανε. Ένα μεγάλο μέρος, οι πιο φτωχοί, πηγαίνανε και δουλεύανε στα ορυχεία της Σερίφου και της Κύθνου· μερικές κοπέλες πηγαίνανε υπηρέτριες στην Πόλη. Κάποιοι άλλοι πηγαίνανε στην Αθήνα και δουλεύανε. Ενώ οι πλούσιοι -οι σχετικά εύποροι- είχαν κάποια σχέση με την Αίγυπτο.[...]

Αυτή ήταν, τότε, η σύνθεση της Φολεγάνδρου. Λίγοι εύποροι που 'χανε κάποια χτήματα και κάποιες περιουσίες που 'χαν φτιάξει στο εξωτερικό, γυναίκες πάρα πολλές, που μένανε στα σπίτια, γέροι και γριές, λίγες νέες κοπέλες. Οι νέοι άνθρωποι κι οι νέες κοπέλες βγαίνανε προς τα έξω, φεύγανε προς τις πρωτεύουσες, προς τη Σύρο, προς την Πόλη, προς την Αθήνα κ.τ.λ. [...]

Κανονικά, η Φολέγανδρος δεν ήταν ψαρονήσι. Ήταν περισσότερο αγροτικό νησί. Λίγοι ασχολιόντουσαν με το ψάρεμα. Τρεις - τέσσερις - πέντε βάρκες είχε όλες κι όλες το νησί. Το νησί, κανονικά, είχε τη Χώρα, όπως τη λέγαμε, όπου είχε καμιά πεντακοσαριά κατοίκους, κι είχε και την απάνω Χώρα, που είχε άλλους τόσους και περισσότερους, και που ήταν πιο καρπερή, ας πούμε, πιο γόνιμη. Στην απάνω Χώρα, δηλαδή το απάνω χωριό, οι άνθρωποι ήταν πιο εύποροι, γιατί ήταν πιο γόνιμο το έδαφος. Κι είχανε και κάτι χωραφάκια δεξιά κι αριστερά ριγμένα 'δώ κι εκεί μέσα σ' όλη τη Φολέγανδρο. [...]

Μια φορά με φώναξε ο Στέφανος Γκιουζέλης,που ήταν γραμματέας της Ομάδας, και μου πρότεινε να κάνω ιδιαίτερο μάθημα στ' Αρχαία και στα Λατινικά στον γιο του Δάναση, από τον οποίο η Ομάδα προμηθευόταν διάφορα τρόφιμα. Το σπίτι του ήταν μια άνετη νησιώτικη μονοκατοικία έξω από το κάστρο. Άρχισα το μάθημα, το παιδί ήταν καλό και ήμουνα ευχαριστημένος που το βοηθούσα. Η μητέρα του, επίσης, ήταν πολύ καλή και με περιποιόταν. Μου 'δινε κανένα ποτήρι γάλα, κανένα αυγό, κανένα κουλουράκι, που σήμαινε ότι έτρωγα καλά το πρωί. Μερικές φορές φύλαγα στην τσέπη μου και κανένα σύκο, κανένα κουλουράκι για να φιλέψω κάποιον φίλο μου.

Όταν τέλειωσα τα μαθήματα, ο πατέρας του παιδιού μού πρότεινε να με πληρώσει. Εγώ δεν δέχτηκα. Εκείνος, όμως, που ήξερε πόσο υποφέραμε, μου έστειλε 4 ντενεκέδες λάδι και τρία - τέσσερα κεφάλια τυρί απ' αυτά τα νησιώτικα. Έδωσα τους δύο ντενεκέδες στην Ομάδα και κράτησα τους άλλους δύο για μένα και τους φίλους μου, το ίδιο έκανα με το τυρί. Έτσι, ξαφνικά, βρέθηκα κι εγώ για λίγο πλούσιος. Τότε άρχισαν και οι προσφορές για «κομπρεμί». Και πρώτα-πρώτα ήτανε εκείνοι που έπιαναν ψάρια. Αυτοί συνεταιρίζονταν με κάποιον που είχε λάδι. Ο Σπύρος Αντύπας, που ήταν και παλιός μου καθοδηγητής, μου είπε: «Μπάμπη, τι γίνεται, θα με λαδώσεις;». Άρχισα, λοιπόν, να μοιράζω μπουκάλια λάδι σε φίλους και γνωστούς. Από την άλλη μεριά, τώρα πια που είχα κι εγώ κάτι να προσφέρω, δεχόμουνα να φάω μαζί με κάποιους που είχαν ψάρια ή κάτι άλλο. Αλλά το βιός μου δεν κράτησε για πολύ. Σε καμιά δεκαριά μέρες οι δύο ντενεκέδες λάδι είχαν εξαφανιστεί κι εγώ ήμουνα το ίδιο φτωχός όσο και προηγούμενα. Οι άλλοι απορούσαν και μου 'λεγαν: «Πώς τα κατάφερες, βρε παιδί μου. Κάποιος άλλος θα τα βόλευε κανέναν χρόνο μ' αυτό το λάδι». Κάποιος άλλος ναι, εγώ όμως δεν τα κατάφερα. [...]

ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Κόψιμο πίτας της ΑΥΓΗΣ, 1976-1977

Ο πόλεμος

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το '39, η Ομάδα άρχισε να σκέφτεται πώς θ' αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Γιατί δεν ξέραμε ούτε πόσο θα κρατήσει ούτε ποια θα είναι η έκβασή του. Η Ομάδα μας κατέβασε την απόφαση πως πρέπει να κάνουμε οικονομίες, αποθήκευση τροφίμων κ.τ.λ. Οι οικονομίες έπρεπε να γίνουν από το φτωχό μας συσσίτιο. Το φαγητό μας ήταν τόσο λίγο που δεν επέτρεπε περικοπές. Γιατί η μερίδα ήταν 30 δράμια όσπρια, 25 δράμια ρύζι, 25 δράμια μακαρόνια και 5 δράμια λάδι - αυτό ήταν όλο. Οι καημένοι οι μάγειροί μας, βέβαια, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να γίνει αυτό το λιτό φαΐ όσο γινόταν πιο νόστιμο, προσθέτοντας λίγη ντομάτα, λίγο άνηθο, καρότο κ.τ.λ. Γι' αυτό όσοι ζούμε ακόμα πρέπει να τους ευγνωμονούμε γι' αυτήν την προσπάθεια. Για να γίνουν, λοιπόν, οικονομίες κόπηκαν τα δύο από τα τέσσερα τσιγάρα που έδινε η Ομάδα στους καπνιστές. Κόψαμε επίσης τη ζάχαρη την πρωινή που πίναμε το φασκόμηλο. Έτσι ήτανε σαν να κόψαμε το πρωινό, γιατί το φασκόμηλο είναι πικρό και δεν πίνεται σκέτο.

Έπειτα άρχισαν οι προσφορές. Όσοι μεταφέρανε νερό με τα γαϊδούρια ή έσκαβαν το χωράφι και το καλλιεργούσαμε για να έχουμε τα ζαρζαβατικά μας, έπαιρναν ένα συμπλήρωμα σε ψωμί ή λίγο περισσότερο φαγητό. Αυτοί, λοιπόν, προσφέρθηκαν να δουλεύουν χωρίς να παίρνουν συμπλήρωμα. Αποφασίσαμε ακόμα ν' αγοράζουμε λίγα τρόφιμα παραπάνω, σαπούνι κ.τ.λ., και να τα αποθηκεύουμε. Έτσι, όμως, το επίπεδό μας έπεσε ακόμα περισσότερο. Ορισμένοι καπνιστές μας άποροι έφτασαν στο σημείο να ξεραίνουν φασκόμηλα και να τα καπνίζουν τυλιγμένα σε εφημερίδα. Εγώ ήμουνα ευχαριστημένος που δεν είχα συνηθίσει να καπνίζω.

ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Επίσκεψη αντιπροσωπείας του ΚΚΕ Εσωτερικού στην Κίνα το 1980. Διακρίνονται από ελληνικής πλευράς οι Τάσος
Τρίκκας, Γιάννης Μπανιάς, Μπάμπης Δρακόπουλος, Βασίλης Κωνσταντινίδης, Μανώλης Αναγνωστάκης

Εκείνην την εποχή η υγεία μου άρχισε να κλονίζεται

Μια μέρα, λοιπόν, εκεί όπου τίναζα τις κουβέρτες μου, έβγαλα μερικές γουλιές αίμα. Δεν το πήρα, όμως, στα σοβαρά, γιατί δεν είχα και πυρετό. Κι όπως είχα βάλει στο μυαλό μου να πλύνω εκείνην τη μέρα, πήγα όλα τα ρούχα μου και κατέβηκα στην Πλάκα, έναν βράχο από όπου έβγαινε γλυκό νερό πλάι στη θάλασσα. Απείχε τρία τέταρτα από το σπίτι. Ο ήλιος έκαιγε, εγώ έβγαλα τα ρούχα μου κι έμεινα μόνο με το σώβρακο. Τα έπλυνα καλά - καλά, τα άπλωσα να στεγνώσουν κι έπειτα έκανα και μια βουτιά στη θάλασσα. Ένιωσα ξαλαφρωμένος. Γύρισα στο σπίτι κατάκοπος, γιατί το μέρος αυτό ήταν αρκετά μακριά κι ο δρόμος απότομος κι ανηφορικός. Είχα την αίσθηση ότι είχα ξοφλήσει πια με την αιμόπτυση κι ότι η θάλασσα, ο ήλιος και το περπάτημα μου έκαναν καλό. Αλλά σ' όλες αυτές τις μικρότερες ή μεγαλύτερες αιμοπτύσεις είχα την αίσθηση ότι συνδέονταν με μιαν αρχόμενη φυματίωση, παρά το ότι ο «γιατρός» της εξορίας μας, ο αλησμόνητος σύντροφος Κουφουδάκης, και οι νοσοκόμοι μας μου 'λεγαν πως είμαι καλά και το αίμα οφείλεται σε παλιά κρυολογήματα. Σε λίγες μέρες ένιωσα κομάρες κι εμφανίστηκαν δέκατα.

Σ' αυτήν την κατάσταση με βρήκαν οι μέρες της απόδρασης. Έτσι μας βρήκε το τέλος της εξορίας.

ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Με τον πρόεδρο της ΕΔΑ Γιάννη Πασαλίδη στα γραφεία της ΕΔΑ, στην οδό Αριστείδου, λίγο πριν από τη Χούντα

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL