Από το νηπιαγωγείο ξεκινούν τα φαινόμενα βίας διαπιστώνει ποιοτική έρευνα που διενήργησε το ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, στο πλαίσιο σχετικού κοινοτικού προγράμματος για την πρόληψη και αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε τον προηγούμενο Μάιο και Ιούνιο μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων μαθητών σχολείων της Αττικής, κατέδειξε τα διαφορετικά, αλλά πάντα αποκρουστικά «πρόσωπα» της βίας και του εκφοβισμού ανά βαθμίδα εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με την έρευνα, στο νηπιαγωγείο η «βία» συναντάται με τη μορφή πρώιμων επιθετικών συμπεριφορών, που μπορούν να εξελιχθούν σε εκφοβισμό στην πορεία των χρόνων αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και σωστά. Στο δημοτικό σχολείο, οι πιο συνηθισμένες εκφάνσεις εκφοβισμού αφορούν τη λεκτική βία, την περιθωριοποίηση μαθητών και την άσκηση πίεσης και μικροεκβιασμών. Στο γυμνάσιο, τα φαινόμενα εκφοβισμού εστιάζουν στην εμφάνιση και σε θέματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική ταυτότητα και το φύλο, ενώ συχνά εκφράζονται με σωματική βία και δεν λείπουν φαινόμενα ηλεκτρονικού εκφοβισμού. Στο λύκειο, η βία και ο εκφοβισμός εκφράζονται εντονότερα σε σχέση με τις άλλες βαθμίδες και λαμβάνουν τη μορφή πειραγμάτων αλλά και ωμής βίας σε αρκετές περιπτώσεις.
Οι συμμετέχοντες, γονείς και εκπαιδευτικοί, τόνισαν ότι το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον λειτουργούν καθοριστικά στην διαμόρφωση των συμπεριφορών που θα εκδηλώσει ο κάθε μαθητής. Ειδικότερα, και οι δύο ομάδες υποστήριξαν ότι ένα σχολικό περιβάλλον που εμπνέει αίσθηση ασφάλειας στα παιδιά λειτουργεί ανασταλτικά στην εκδήλωση φαινομένων εκφοβισμού. Αναντίρρητα, η συνεργασία σχολείου και οικογένειας αναγνωρίζεται ως καθοριστικής σημασίας, η οποία μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στην έγκαιρη αντιμετώπιση και πρόληψη του φαινομένου.
Η έρευνα κατέγραψε μια σειρά από προτάσεις για την αντιμετώπιση της βίας και του εκφοβισμού στις σχολικές μονάδες. Ιδιαίτερα τονίστηκε η ανάγκη της ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και συνεργασίας όλων των εμπλεκομένων, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ώστε να διαμορφωθούν πρωτόκολλα χειρισμού περιστατικών βίας και η ενεργή συμμετοχή των παιδιών σε διάφορες δράσεις προκειμένου να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν περιστατικά ενδοσχολικής βίας. Τέλος, και από τις δύο ομάδες ζητήθηκε η διαμόρφωση ενός ισορροπημένου προγράμματος στο πλαίσιο του σχολείου που να επιτρέπει τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών όλων των ηλικιών, καθώς και η δημιουργία συμβουλευτικών σταθμών.