Παρά τις απειλές για πειθαρχικές κυρώσεις από τον γενικό γραμματέα του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης Δημ. Στεφάνου, η αξιολόγηση τορπιλίζεται με τη γενικευμένη αποχή από τους προϊστάμενους υπηρεσιών των διαφόρων υπουργείων, τη συντριπτική πλειονότητα αιρετών και την έντονη αντίδραση των εργαζομένων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Όπως αποκάλυψε η "Α" στο φύλλο της Τρίτης, ακόμη και στο "κάστρο" του Κυρ. Μητσοτάκη έντονη είναι η αντίδραση των γενικών διευθυντών. Ένας εξ αυτών έχει αρνηθεί να εφαρμόσει την αξιολόγηση, ενώ άλλοι, που προΐστανται σε υποστελεχωμένα τμήματα, παραδίδουν την αξιολόγηση επισημαίνοντας ότι εάν δεν υπήρχε ο περιορισμός της ποσόστωσης, θα βαθμολογούσαν υψηλότερα τους υφισταμένους τους.
Μόνο και μόνο για να δείξει ότι το εφεύρημά του μπορεί να επιτύχει αποσπώντας τα συγχαρητήρια των τροϊκανών, ο Κυρ. Μητσοτάκης έκανε ένα βήμα παραπέρα και με έγγραφη ενημέρωση του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης προς τη Γενική Διεύθυνση ΟΤΑ του υπουργείου Εσωτερικών δίνεται η δυνατότητα στον αξιολογητή "να συντάσσει έκθεση αξιολόγησης για όλους τους υπαλλήλους αρμοδιότητάς του, εφ' όσον προΐσταται αυτών κατά το προηγούμενο έτος (2013) για πέντε τουλάχιστον μήνες, ανεξάρτητα εάν είχε τοποθετηθεί με έκδοση σχετικής απόφασης ή όχι, έστω και αν κατά τον χρόνο σύνταξης των εκθέσεων υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία". Και προστίθεται: "Στην σχετική απόφαση επιμερισμού ποσοστών [...] θα συμπεριλαμβάνονται ή θα λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση τόσο οι υπάλληλοι, όσο και οι προϊστάμενοι που αποχώρησαν από την υπηρεσία καθ' οιονδήποτε τρόπο (π.χ. λύση υπαλληλικής σχέση λόγω συνταξιοδότησης, παραίτησης μέχρι τις 31/12/2013".
Πάντως, τα τεχνάσματα δεν μπορούν να κατευνάσουν την οργή του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου και η κυβερνητική προπαγάνδα αποδομείται μέρα με την μέρα. Κόλαφο αποτελεί και η πρόσφατη μελέτη του Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι ο νόμος για την αξιολόγηση "που εισάγει την εφαρμογή της στυγνής ποσόστωσης αποτελεί αναχρονιστική διοικητική τομή, αφού δεν προβλέπει τον στρατηγικό σχεδιασμό, η οποία τελικά στερείται σύγχρονης επιστημονικής υποστήριξης και επαγγελματικού ρεαλισμού". Σημειώνεται πως "η συγκριτική αξιολόγηση των υπαλλήλων πρόκειται να διενεργηθεί χωρίς να έχει προηγηθεί λεπτομερής καθορισμός στόχων και σαφής αποτύπωση αντικειμενικών δεικτών απόδοσης. Η κατάσταση αυτή, εκτός της δυσφορίας που θα προκαλέσει στους εργαζομένους λόγω των φαινομένων αυθαιρεσίας και αναξιοκρατίας που αναμένεται να παρουσιασθούν, θα οδηγήσει στην υπονόμευση της ομαδικής εργασίας προωθώντας τον στείρο ανταγωνισμό και τον ατομικισμό". Η μελέτη συμπεραίνει πως ο νόμος "δεν έχει κανένα προφανή διοικητικό στόχο" και υπογραμμίζει ότι "η εμφανής προχειρότητα δημιουργεί μοιραία την υποψία ότι ο μόνος σκοπός του νόμου είναι η περαιτέρω συρρίκνωση του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος διά της σταδιακής απομάκρυνσης των 'κακών' δημοσίων υπαλλήλων (ήτοι του ποσοστού 15%), παραβλέποντας το είδος και την ποιότητα των απωλειών".