Οπως σε όλους τους ανθρώπους, συμβαίνει και σε μένα τα θεμέλια της ομορφιάς του κόσμου να βρίσκονται στις πελώριες μέρες της παιδικής ηλικίας. Ανάμεσα στις εικόνες που με κρατάνε όρθιο είναι κι εκείνες οι ήσυχες στιγμές καλοκαιριάτικου μεσημεριού, αρχές δεκαετίας του ’60, που περιφερόμουν στην πανέμορφη και μαγική (τότε) Κεραμωτή, ο ήλιος να σκάει από παντού και όλα να είναι σύμπαν. Θυμάμαι τον εαυτό μου έκθαμβο και απορημένο να κοιτάζει τις μισοβουλιαγμένες ξύλινες βάρκες στα ρηχά νερά μπροστά από την είσοδο στο νταλιάνι. Πέτρες μέσα στο σκαρί για να το κρατάνε βουλιαγμένο. Ούτε φλοίσβος ούτε άλλος ήχος. Μονάχα ο βόμβος των τζιτζικιών, ο βόμβος του ήλιου, ο βόμβος ενός μεσημεριού χωρίς αρχή, ούτε τέλος.
«Γιατί τις βουλιάζουν;» ρώτησα τον πατέρα που ήξερε τα πάντα για τη θάλασσα. «Για να σφίξουν τα ξύλα» μου εξήγησε, «για να μην βουλιάζουν αργότερα». Κι εγώ αγάπησα ακόμα περισσότερο εκείνες τις μισοβουλιαγμένες βάρκες που το σχήμα τους τρεμόπαιζε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Και όταν πολύ αργότερα διάβασα τον «Ήλιο τον Πρώτο» του Οδυσσέα Ελύτη και συγκεκριμένα τους δύο πρώτους στίχους από το 12ο ποίημα, ένιωσα ότι εγώ τους έγραψα από τότε που ήμουν παιδί. Δεν τους διάβασα· τους έζησα: «Μισοβουλιαγμένες βάρκες/ Ξύλα που πρήζονται με απόλαυση/ Άνεμοι ξυπόλυτοι άνεμοι (...)».
Και έρχεται τώρα η κτηνωδία του Βορίδη και των ομοίων του για να ρωτήσει μέσα στη Βουλή, στη συζήτηση του νέου νομοσχεδίου για το μεταναστευτικό: «Ακούω ιδέες. Θα τη βουλιάξουμε τη βάρκα ή δεν θα τη βουλιάξουμε;». Όλη η τερατουργία, όλη η ασχήμια του φασιστικού κυνισμού μέσα σε έντεκα λέξεις. Εδώ δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν «ξύλα που πρήζονται με απόλαυση» και ξυπόλυτοι άνεμοι. Εδώ υπάρχουν μονάχα «καρχαρίες στον ωκεανό των δακρύων» και πτώματα ανδρών, γυναικών, μανάδων με τα παιδιά τους που ξεβράζονται πνιγμένα και τυμπανιαία ή πρήζονται στον βυθό. «Θα τη βουλιάξουμε τη βάρκα;». Εξακόσιοι στον πάτο της θάλασσας στην Πύλο τον Ιούνιο του 2023. Κι άλλοι 15 κατακρεουργημένοι τον Φεβρουάριο του 2026 στη Χίο.
«Θα τη βουλιάξουμε τη βάρκα;» Στους 2.200+ (στην Ελλάδα 120-154) οι πνιγμένοι και αγνοούμενοι στη Μεσόγειο το 2024. Κι άλλοι 2.185 (στην Ελλάδα 98-109) το 2025. Κι άλλοι 90 μέχρι στιγμής (στην Ελλάδα 40+) το 2026.
«Ακούω ιδέες». Είχε ήδη απαντήσει ο νυν υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου (τρομάρα μας) Θάνος Πλεύρης από τον Απρίλιο 2011: «Φύλαξη συνόρων δεν μπορεί να υφίσταται αν δεν υπάρχουν απώλειες, και για να γίνω κατανοητός: εάν δεν υπάρχουν νεκροί, η φύλαξη των συνόρων θέλει νεκρούς (...)». Και λίγο παρακάτω: «Στη ζωή τους η κόλαση να φαντάζει παράδεισος μπροστά σε αυτό το οποίο θα ζούνε εδώ πέρα».
«Θα τις βουλιάξουμε τις βάρκες;». Είχε απαντήσει ο τότε υπουργός Ναυτιλίας Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης από τον Ιανουάριο του 2014, μετά το ανθρωποβόρο ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, πάνω από τα πτώματα των μανάδων με τα παιδιά τους: «Δεν μπορούν όλα αυτά να αποτελούν αντικείμενο χαζής εκμετάλλευσης, δεν πιστεύω ότι κανείς θέλει να ανοίξουμε τις πύλες και όλοι οι μετανάστες να απολαμβάνουν ασύλου στην χώρα».
«Θα τη βουλιάξουμε τη βάρκα;». Είχε απαντήσει με την αποκρουστική φωτογραφία της μπροστά στον φράκτη του Έβρου στις 15/5/2021 η τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Και για όποιον δεν κατάλαβε, η Πρόεδρος το έκανε ξεκάθαρο με την ακύρωση απονομής μεταλλίου στον διασώστη των προσφύγων Ιάσονα Αποστολόπουλο, τον Ιούλιο του 2021.
«Ακούω ιδέες». Αδημονεί ο πατριδέμπορας για να πουλήσει σάπια πατρίδα, μη και την πουλήσει καλύτερα ο Σαμαράς. Και στην ψυχή μου οι στίχοι του Ελύτη μπερδεύονται με την κραυγή της αιγαιοπελαγίτικης ψαροσύνης από το στόμα του αξέχαστου καπετάν Στρατή στη Μυτιλήνη το 2015: «Τα μωρέλια να σώσουμε!». Αυτή είναι η ιδέα! Να σφίξουμε τα ξύλα της ψυχής μας για να μην βουλιάξουμε μέσα στην αγριότητα του κυνισμού και του φόβου που προκαλεί ο φασισμός. Να μην βουλιάξουμε στην ασχήμια της απανθρωπιάς, στην ντροπή μιας ζωής που πνίγηκε στην ασφυξία της υποταγής.
