Live τώρα    
Γ. Παπαηλιού για νέο μεταναστευτικό νομοσχέδιο / Μια πολιτική αυστηρότητας χωρίς σχέδιο και προοπτική
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γ. Παπαηλιού για νέο μεταναστευτικό νομοσχέδιο / Μια πολιτική αυστηρότητας χωρίς σχέδιο και προοπτική

Ο Γιώργος Παπαηλίου
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Ο Γιώργος Παπαηλιού κατά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής για το νέο μεταναστευτικό νομοσχέδιο, ασκεί κριτική στην κυβέρνηση υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί μια ουσιαστική μεταρρύθμιση αλλά ένα νομοθέτημα που εξυπηρετεί κυρίως πολιτικές και επικοινωνιακές σκοπιμότητες.

Ο βουλευτής αναφέρει ότι η κυβέρνηση προσεγγίζει το μεταναστευτικό κυρίως μέσα από τη λογική της αυστηροποίησης, παρουσιάζοντας τη μετανάστευση ως ζήτημα ασφάλειας και αποτροπής.

Επιπλέον τονίζει ότι το μεταναστευτικό είναι ένα διαχρονικό και πολυδιάστατο ζήτημα, που συνδέεται με πολέμους, φτώχεια, ανισότητες, δημογραφικές εξελίξεις και κλιματική αλλαγή, και γι’ αυτό απαιτεί στρατηγική, ευρωπαϊκή συνεργασία και δίκαιο επιμερισμό των βαρών μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Και επισημαίνει την αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία από τη μία αναγνωρίζει την ανάγκη της ελληνικής οικονομίας για εργαζόμενους μετανάστες και από την άλλη καλλιεργεί κλίμα καχυποψίας απέναντί τους.

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ υπογραμμίζει ότι οι μετανάστες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως εργατικό δυναμικό, αλλά ως άνθρωποι που χρειάζονται πολιτικές ένταξης, εκπαίδευσης και κοινωνικής στήριξης.

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η αυστηροποίηση των ποινικών και διοικητικών μέτρων δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες της μετανάστευσης και συχνά ενισχύει την παρανομία, τα κυκλώματα διακινητών και την εκμετάλλευση ευάλωτων ανθρώπων.

Ο κ. Παπαηλιού δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στο δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, σημειώνοντας ότι η μετανάστευση θα έπρεπε να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό για το μέλλον της χώρας, κάτι που το νομοσχέδιο δεν κάνει.

Τέλος ο βουλευτής καταλήγει ότι το βασικό πρόβλημα του νομοσχεδίου είναι η φιλοσοφία του, καθώς αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως ζήτημα κινδύνου και όχι ως μια μόνιμη κοινωνική πραγματικότητα.

Κύρια σημεία της ομιλίας του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στη Βουλή

«Το νομοσχέδιο για το μεταναστευτικό-προσφυγικό παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως αναγκαία τομή που θα αποκαταστήσει την τάξη, θα αντιμετωπίσει την παράνομη μετανάστευση και θα διαμορφώσει ένα αποτελεσματικό πλαίσιο νόμιμης εισόδου και παραμονής πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα. Μάλιστα επιχειρείται να προσδοθούν στο νομοσχέδιο χαρακτηριστικά συνολικής μεταρρύθμισης.

Όμως πρόκειται για ένα νομοθετικό εγχείρημα, με το οποίο περισσότερο εξυπηρετούνται πολιτικές και επικοινωνιακές σκοπιμότητες, παρά ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας.

Το μεταναστευτικό-προσφυγικό είναι ένα ζήτημα – δεν λέω πρόβλημα – που ανάγεται στην αρχή της ιστορίας και θα μείνει, διότι, ανεξαρτήτως εξελίξεων, οι μεταναστευτικές ροές, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, δεν πρόκειται να σταματήσουν.

Αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και πολυδιάστατα ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και οι άλλες χώρες εισόδου της Νότιας Ευρώπης. Συνδέεται με τους πολέμους, τις γεωπολιτικές αναταράξεις και ανακατατάξεις που αυτοί επιφέρουν, με τις τεράστιες ανισότητες με τη φτώχεια και την εξαθλίωση, με τις δημογραφικές εξελίξεις, ακόμη και με την κλιματική αλλαγή. Η αντιμετώπισή του απαιτεί στρατηγική, διοικητική επάρκεια, κοινωνική συναίνεση και ευρωπαϊκή συνεργασία. Αυτή πρέπει να περιλαμβάνει κυρίως την κοινοτική αλληλεγγύη, που απαιτεί δίκαιο επιμερισμό των βαρών. Όμως, η Ε.Ε., με προεξάρχοντα τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης αρνούνται να επιδείξουν κοινοτική αλληλεγγύη. Αντί αυτών, η κυβέρνηση επιλέγει να προσεγγίσει το ζήτημα μέσα υπό το πρίσμα της αυστηροποίησης και της επικοινωνιακής διαχείρισης.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να επενδύει πολιτικά σε μία ρητορική και πρακτική διαρκούς αυστηροποίησης έναντι των μεταναστών. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της «ασφάλειας» και της «αποτροπής», υιοθετώντας επιχειρήματα που απευθύνονται σε συγκεκριμένα ακροατήρια τα οποία αντιμετωπίζουν τη μετανάστευση αποκλειστικά ως απειλή.

Αυτό συνεπιφέρει ένα πολιτικό μήνυμα αντιφατικό: η χώρα δηλώνει ότι χρειάζεται μετανάστες για να λειτουργήσει η οικονομία, αλλά ταυτόχρονα καλλιεργεί ένα περιβάλλον κοινωνικής καχυποψίας έναντί τους.

Η αντίφαση αυτή δεν είναι απλώς πολιτική είναι και πρακτική. Καμία σοβαρή μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να πετύχει όταν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους αποκλειστικά ως εργατικό δυναμικό μιας χρήσης.

Οι μετανάστες δεν είναι, ούτε αριθμοί σε στατιστικούς πίνακες, ούτε εργατικά χέρια που εισάγονται και εξάγονται ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς. Είναι άνθρωποι που ζουν, εργάζονται, δημιουργούν οικογένειες και συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή. Η ένταξη, η εκπαίδευση, η γλωσσική υποστήριξη και η κοινωνική συνοχή αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους μιας σχετικής επιτυχημένης πολιτικής. Στο νομοσχέδιο, όμως, οι διαστάσεις αυτές εμφανίζονται υποβαθμισμένες ή απούσες.

Οι μεταναστευτικές ροές δεν καθορίζονται πρωτίστως από τις ποινικές διατάξεις των χωρών υποδοχής. Καθορίζονται από πολέμους, εμφύλιες συγκρούσεις, οικονομική εξαθλίωση, πολιτικές διώξεις και κλιματικές καταστροφές. Όταν κάποιος εγκαταλείπει μια εμπόλεμη περιοχή ή μια χώρα όπου δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη για την επιβίωσή του, η αυστηροποίηση της διοικητικής ή ποινικής διαδικασίας δύσκολα λειτουργεί αποτρεπτικά.

Αντιθέτως, πολλές φορές οδηγεί σε μεγαλύτερη παρανομία, ενισχύει τα κυκλώματα των διακινητών και αυξάνει την εκμετάλλευση ευάλωτων πληθυσμών. Όσο πιο δύσκολη γίνεται η νομιμοποίηση και η νόμιμη πρόσβαση στην εργασία, τόσο περισσότερο ενισχύεται η παραοικονομία.

Η ιδεολογική κατεύθυνση που διαφαίνεται σε ορισμένες ρυθμίσεις συνεπάγεται τη μεταφορά (και) στο πεδίο της μετανάστευσης της λογικής «νόμου και τάξης», σύμφωνα με την οποία κάθε κοινωνικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται πρωτίστως μέσω της αυστηροποίησης των ελέγχων και της επέκτασης των κατασταλτικών μηχανισμών που δεν παράγει αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές.

Η μετανάστευση δεν είναι ζήτημα δημόσιας τάξης μόνον. Είναι ζήτημα αγοράς εργασίας, δημογραφικής πολιτικής, εξωτερικών σχέσεων, εκπαίδευσης, κοινωνικής συνοχής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όταν αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα, το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτα ελλιπές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δημογραφική διάσταση του ζητήματος. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις δυσμενέστερες δημογραφικές προοπτικές στην Ευρώπη. Η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση των γεννήσεων προκαλούν σοβαρές πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, στην αγορά εργασίας και στις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοείται.

Όμως, το νομοσχέδιο αποφεύγει να εντάξει τη μετανάστευση σε έναν ευρύτερο δημογραφικό σχεδιασμό.

Η Ελλάδα αποτελεί χώρα πρώτης γραμμής στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών προϋποθέτει κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, αναλογική κατανομή των βαρών και μηχανισμούς αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών.

Ωστόσο, η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει να μη διεκδικεί ουσιαστικές αλλαγές στους μηχανισμούς κατανομής των βαρών.

Προτιμά να καλλιεργεί την εικόνα μιας χώρας που αντιμετωπίζει μόνη της τις προκλήσεις. Αυτή η προσέγγιση ενδέχεται να αποφέρει βραχυπρόθεσμα επικοινωνιακά οφέλη, δεν συμβάλλει όμως στη διαμόρφωση βιώσιμων λύσεων.

Συμπερασματικά, το βασικό πρόβλημα του νομοσχεδίου δεν βρίσκεται σε κάποιες επιμέρους ρυθμίσεις. Βρίσκεται στη συνολική του φιλοσοφία. Πρόκειται για ένα νομοθέτημα που αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως ζήτημα διαχείρισης κινδύνου και όχι ως διαρθρωτική πραγματικότητα που θα συνεχίσει να αποτελεί ζήτημα και της ελληνικής κοινωνίας.

Η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση. Χρειάζεται αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων, αλλά και σεβασμό στο κράτος δικαίου. Χρειάζεται νόμιμες και διαφανείς οδούς μετανάστευσης, αλλά και ουσιαστική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χρειάζεται πολιτικές ένταξης, εκπαίδευσης και κοινωνικής συνοχής. Χρειάζεται μια ειλικρινή συζήτηση για το δημογραφικό μέλλον της χώρας. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται μια πολιτική που να στηρίζεται στον ρεαλισμό και όχι στην επικοινωνία».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0