Live τώρα    
Κίνα-Βόρεια Κορέα / Γιατί ο,τιδήποτε λιγότερο από μια σχέση σφιχτού εναγκαλισμού δεν είναι αρκετό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κίνα-Βόρεια Κορέα / Γιατί ο,τιδήποτε λιγότερο από μια σχέση σφιχτού εναγκαλισμού δεν είναι αρκετό

KCNA/EPA
ΑΝΑΛΥΣΗ

Η χθεσινή επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Πιονγκγιάνγκ τράβηξε την παγκόσμια προσοχή. Κι αυτό παρά το ότι συνεχίζει να είναι στραμμένη στους πολέμους και τις γεωπολιτικές διενέξεις. Η επίσκεψη δημιούργησε αίσθηση, πρόσφερε αρκετά καλά πλάνα στις κάμερες και επανεκκίνησε τις συζητήσεις για τα "δρώμενα" στην Κορεατική Χερσόνησο- σίγουρα όμως όχι επειδή ήταν η πρώτη επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη στη Βόρεια Κορέα εδώ και μια επταετία.

Όπως συνηθίζεται, η επίσημη σκηνοθεσία του ταξιδιού ήταν προσεκτική και λεπτομερής. Ήθελε να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στον έξω κόσμο. 

Ο πρόεδρος Σι και ο Βορειοκορεάτης ηγέτης Κιμ Γιονγκ Οθν φύτεψαν μαζί ένα δέντρο που συμβόλιζε τη “διαρκώς ανανεούμενη” σινο-κορεατική φιλία, επιθεώρησαν το τιμητικό άγημα κάτω από τα γιγάντια πορτρέτα τους και γιόρτασαν αυτό που και οι δύο πλευρές περιέγραψαν ως ένα “νέο κεφάλαιο” στις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο, πίσω από τα τυπικά και τη σκηνοθεσία, η βαθύτερη στρατηγική πραγματικότητα υπαγόρευε μια ανάγκη που έπρεπε να ικανοποιηθεί, τόσο για το Πεκίνο όσο και για την Πιονγκιάνγκ.

Για δύο χώρες που παραμένουν στενοί οικονομικοί εταίροι και στρατηγικοί σύμμαχοι επί δεκαετίες διατηρώντας απαρέγκλιτα η καθεμία το ρόλο της στο τοπικό και διεθνές σύστημα ισορροπιών, οτιδήποτε λιγότερο από μια σχέση σφιχτού εναγκαλισμού φαντάζει ανεπαρκής στο σημερινό ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο.

Ανανεώνοντας τους “όρκους”

Η σύνοδος κορυφής Σι-Κιμ που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της 65ης επετείου της υπογραφής της Συνθήκης Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας του 1961, ήταν μια ευκαιρία να προβληθεί η διμερής σχέση. Συχνά περιγράφεται ως «σφυρηλατημένη με αίμα», μια χαρακτηριστική αναφορά στο πόλεμο της Κορέας του 1953-54. 

Όμως η επίσκεψη δεν αφορούσε απλά στον εορτασμό μιας ιστορικής επετείου. Είχε να κάνει ξεκάθαρα με τον επαναπροσδιορισμό του μέλλοντος μιας από τις πιο σημαντικές διακρατικές σχέσεις στην Ασία σε μια εποχή που οι παγκόσμιες ισορροπίες μεταβάλλονται και νέα συμμαχικά σχήματα, συγκυριακά ή μη, αναδύονται παντού.

Για τη Κίνα, το διακύβευμα είναι σαφές. Η Βόρεια Κορέα παραμένει ο μόνος επίσημος σύμμαχος της Συνθήκης του Πεκίνου και ένα κρίσιμο κράτος-ανάχωμα στα βορειοανατολικά κινεζικά σύνορα. Ενώ οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν βιώσει περιόδους έντασης, η Κίνα συνεχίζει να θεωρεί τη σταθερότητα στην Κορεατική Χερσόνησο ως βασικό προαπαιτούμενο για τα δικά της εθνικά συμφέροντα που περιστρέφονται γύρω από την οικονομία και το εμπόριο. 

Μια αποδυναμωμένη σχέση με την Πιονγιάνγκ θα μπορούσε να δημιουργήσει στρατηγική αβεβαιότητα κατά μήκος των κινεζικών συνόρων και ενδεχομένως να επιτρέψει επέκταση της αμερικανικής επιρροής σε μια περιοχή που το Πεκίνο θεωρεί όλο και πιο κεντρική στον ανταγωνισμό του με την Ουάσιγκτον.

Η επίσκεψη αυτή καθ’ αυτή και οι σχετικές διακηρύξεις παρέπεμπαν στην παραπάνω οπτική.

Ως εκ τούτου, η Κίνα διαβεβαίωσε πως παραμένει δεσμευμένη στη πρακτική συνεργασία με τη Βόρεια Κορέα συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου, της γεωργίας, της υγειονομικής περίθαλψης, της τεχνολογίας, των υποδομών και των μεταφορών. Το όραμα του Πεκίνου φαίνεται να επικεντρώνεται στη θεσμοθέτηση της συνεργασίας και στην ενίσχυση του στρατηγικού συντονισμού διασφαλίζοντας ότι η Β. Κορέα παραμένει σταθερά εντός της κινέζικης σφαίρας επιρροής.

Η τρέχουσα συγκυρία “προσφέρεται” για την ανανέωση των “όρκων” της ιστορικής σχέσης. Τα τελευταία χρόνια, η Πιονγιάνγκ έχει πλησιάσει αισθητά τη Μόσχα. 

Η στρατιωτική υποστήριξη της στην πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας στην Ουκρανία και η υπογραφή συνθήκης αμοιβαίας στρατιωτικής υποστήριξης μεταξύ Κιμ και Πούτιν προκάλεσαν ανησυχία στο Πεκίνο. Η κινέζικη επιρροή στη Βόρεια Κορέα θα μπορούσε σταδιακά να διαβρωθεί.

Η επίσκεψη του Σι αφορούσε επομένως τόσο στην επαναβεβαίωση της σημασίας της διμερούς σχέσης όσο και στην περαιτέρω εμβάθυνση της. Το μήνυμα προς την Πιονγκγιάνγκ όσο και προς την ευρύτερη διεθνή κοινότητα ήταν σαφές: Ανεξάρτητα από την αυξανόμενη παρουσία της Ρωσίας, η Κίνα παραμένει η αναντικατάστατη “ζωοδότρια” δύναμη της βορειοκορεατικής οικονομίας και ο σημαντικότερος διπλωματικός εταίρος της Πιονγκγιάνγκ.

Παρόμοια λογική

Αλλά και για τη Βόρεια Κορέα, η λογική της διατήρησης εξαιρετικά στενών δεσμών με την Κίνα αποτελεί φάρο στην πλοήγησή της στο τοπικό και διεθνές περιβάλλον.

Ο Κιμ Γιονγκ Ουν έχει πράγματι προσπαθήσει να διαφοροποιήσει, ή να εξισορροπήσει, την εξωτερική πολιτική του επιδιώκοντας οφέλη τόσο από τη Μόσχα όσο και από το Πεκίνο αποφεύγοντας όμως ταυτόχρονα την υπερβολική εξάρτηση και από τις δύο αυτές δυνάμεις. Ωστόσο, ο γεωγραφικός παράγοντας και οι ιδιαιτερότητες της βορειοκορεταικής οικονομίας επιβάλλουν όρια στο πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η στρατηγική. Η Κίνα αντιπροσωπεύει τον συντριπτικό όγκο του εμπορίου της Βόρειας Κορέας και παραμένει η κύρια πηγή οικονομικής υποστήριξης της, ανθρωπιστικής βοήθειας και διπλωματικής προστασίας.

Σε μια στιγμή που το βορειοκορεατικό καθεστώς αντιμετωπίζει εκτεταμένες διεθνείς κυρώσεις και αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις, η προθυμία του Πεκίνου να επεκτείνει την οικονομική συνεργασία μαζί του, προσφέρει απτά οφέλη. Η πρόσβαση στις κινεζικές αγορές, τη κινεζική τεχνολογία, τα έργα υποδομών και τα δίκτυα μεταφορών, θα μπορούσε να προσφέρει στη Βόρεια Κορέα την απαραίτητη οικονομική ανάσα.

Ταυτόχρονα, ο Κιμ προσπαθεί να διασφαλίσει ότι οι πολύπλευροι δεσμοί με τη Κίνα δεν θα εκλαμβάνονται στο εσωτερικό ως σχέση εξάρτησης. Αυτό ήταν εμφανές στις διαφορετικές αφηγήσεις που παρουσίασαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης στη Κίνα και τη Β. Κορέα μετά τη σύνοδο κορυφής.

Ενώ τα κινεζικά ΜΜΕ τόνισαν την ενδυνάμωση και τη διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας σε πρακτικό επίπεδο εκθειάζοντας τις πολιτικές πρωτοβουλίες της Κίνας, η δημοσιογραφική κάλυψη από βορειοκορεατικής πλευράς έκανε νύξη στην αξιοπρέπεια, στην ισοτιμία και στην «ειδική σχέση» μεταξύ των δύο εθνών. Οι δυτικοί αναλυτές σημείωσαν ότι η Πιονγκγιάνγκ σκόπιμα διατύπωσε τη σινο-κορεατική συνεργασία ως μια σχέση μεταξύ κυρίαρχων ίσων και όχι ως εκείνη μεταξύ ευεργέτη και ευεργετημένου.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Το πολιτικό δόγμα του βορειοκορεατικού συστήματος εξουσίας είναι βαθιά ριζωμένο στην αρχή της αυτοδιάθεσης και αυτάρκειας. Ο Κιμ δεν έχει τη πολυτέλεια να φαντάζει υποδεέστερος του Πεκίνου ακόμη και όταν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κινεζική οικονομική υποστήριξη. Αυτό τον υποχρεώνει σε μια διπλωματική πράξη εξισορρόπησης υπό την οποία η Βόρεια Κορέα επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή βοήθεια χωρίς να διακυβεύεται η εικόνα της στρατηγικής αυτονομίας της.

Ωστόσο, η πιο αποκαλυπτική πτυχή της συνόδου κορυφής μπορεί να ήταν τελικά το θέμα που δεν συζητήθηκε καθόλου. Καμία πλευρά δεν έκανε αναφορά δημόσια στην αποπυρηνικοποίηση που παλαιότερα πρωταγωνιστούσε στις κινεζικές διακηρύξεις σχετικά με την ασφάλεια και την σταθερότητα στην Κορεατική Χερσόνησο. Αντ' αυτού, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στα κυριαρχικά δικαιώματα, την ασφάλεια, τα αναπτυξιακά σχέδια, τη στρατηγική συνεργασία.

Κάνοντας νέους υπολογισμούς 

Αυτή η… μικρή “παράλειψη” αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες μεταβολές που συντελούνται στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό. Ο ανταγωνισμός Κίνας-Ην. Πολιτειών έχει ενταθεί δραματικά από την τελευταία επίσκεψη του Σι στην Πιονγκγιάνγκ, το 2019. Σ’ αυτό το περιβάλλον έντασης, το Πεκίνο φαίνεται ολοένα και πιο απρόθυμο να πιέσει τη Βόρεια Κορέα να περιορίσει ή να εγκαταλείψει το στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα της εφόσον κάτι τέτοιο θα διακινδύνευε να αποδυναμώσει έναν πολύτιμο στρατηγικό εταίρο.

Σίγουρα για τη Κίνα, το πυρηνικό οπλοστάσιο της Βόρειας Κορέας παραμένει πηγή δυσφορίας. Το Πεκίνο δεν καλωσορίζει την αστάθεια στα σύνορά του, ούτε επιθυμεί ενέργειες από την Πιονγκγιάνγκ που θα μπορούσαν να προκαλέσουν στρατιωτική κλιμάκωση. Ωστόσο, οι προτεραιότητες του έχουν “εξελιχθεί”. Σήμερα, η διατήρηση της στρατηγικής ευθυγράμμισης με τη Βόρεια Κορέα μπορεί να υπερτερεί των προσπαθειών για την προώθηση της αποπυρηνικοποίησης ειδικά καθώς η Ουάσιγκτον ενισχύει τη στρατιωτική  συνεργασία της με τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία.

Ο Κιμ κατανοεί αυτή τη μετατόπιση. Τις ημέρες που προηγήθηκαν της άφιξης του Σι, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης στην Πιονγκγιάνγκ μετέδιδαν ρεπορτάζ από τις επιθεωρήσεις του σε εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων και υποδομών που σχετίζονται με τα πυρηνικά. 

Για τους παρατηρητές, αυτή η κίνηση είχε σχεδιαστεί σκόπιμα για να υπενθυμίσει στο Πεκίνο ότι οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Βόρειας Κορέας παραμένουν αδιαπραγμάτευτες.

Βέβαια, αυτή η σιωπηλή “συναίνεση” δεν αντανακλά απαραίτητα ένα αναδυόμενο στρατιωτικό μπλοκ. Η Κίνα συνεχίζει να επιδιώκει σταθερότητα και προβλεψιμότητα ενώ η Βόρεια Κορέα παραμένει αποφασισμένη στη διατήρηση της στρατηγικής αυτονομίας της. Η αμοιβαία καχυποψία δεν έχει εξαφανιστεί και καμία πλευρά δεν είναι πιθανό να προσφέρει στην άλλη λευκή επιταγή. Όμως και οι δύο συνειδητοποιούν πως το κόστος της αποστασιοποίησης μπορεί να είναι μεγάλο.

Για το Πεκίνο, η απώλεια επιρροής του στην Πιονγκγιάνγκ θα αποδυνάμωνε ένα βασικό στρατηγικό προστατευτικό πεδίο και ενδεχομένως θα ενίσχυε τις αντίπαλες δυνάμεις.

Για τη Βόρεια Κορέα, το να επιτραπεί η επιδείνωση των δεσμών με τη Κίνα θα έθετε σε κίνδυνο την πιο σημαντική οικονομική και διπλωματική “γραμμή ζωής” της. Και για τις δύο, ο στενότερος συντονισμός παρέχει μόχλευση στις γεωπολιτικές “συναλλαγές” με την Ουάσιγκτον και αίσθηση ελέγχου σε ένα ολοένα και πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Εν κατακλείδι, το ταξίδι του Κιμ στη Πιονγκγιάνγκ αποκάλυψε μια σχέση που εξελίσσεται και όχι απλώς συνεχίζεται. Η Κίνα και η Βόρεια Κορέα μπορεί να μη μοιράζονται πάντα τις ίδιες προτεραιότητες αλλά μοιράζονται την πεποίθηση ότι η διεθνής τάξη εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας. Έτσι, οι εντυπωσιακές επίσημες τελετές και οι συμβολισμοί δεν αρκούν.

Οι στρατηγικοί υπολογισμοί πίσω από τα σκηνοθετημένα πλάνα ήταν ψυχροί και  ουσιαστικοί. Καθώς οι παγκόσμιες αντιπαλότητες βαθαίνουν και η περιφερειακή δυναμική μεταβάλλεται, Σι και Κιμ φαίνεται πως κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: Δε φτάνει μόνο η εγκαρδιότητα. Ο,τιδήποτε λιγότερο από μια σχέση σφιχτού μεταξύ Κίνας και Βόρειας Κορέας κινδυνεύει να προβάλει στρατηγική αδυναμία.

(Πηγές: CNN, Reuters)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0