Για περισσότερο από μια δεκαετία, ο Ντόναλντ Τραμπ έχτισε την πολιτική του ταυτότητα γύρω από μια απλή υπόσχεση. Ότι εκεί που όλοι οι άλλοι αποτύγχαναν, εκείνος κατάφερνε πάντα να πετυχαίνει συμφωνίες.
Ότι χάρη στην αποφασιστικότητα, τις απρόβλεπτες κινήσεις του, την πίεση και την προθυμία του να κλιμακώσει μια αντιπαράθεση, μπορούσε να αποσπά παραχωρήσεις που οι προκάτοχοί του δεν μπορούσαν καν να φανταστούν. Η εικόνα του «μεγάλου διαπραγματευτή» ήταν ίσως το σημαντικότερο πολιτικό κεφάλαιο του σημερινού Αμερικανού προέδρου.
Εκατό μέρες μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν, είναι αυτή ακριβώς η εικόνα που αρχίζει να τσαλακώνεται. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να απορρίπτει βασικές αμερικανικές απαιτήσεις, το Στενό του Ορμούζ παραμένει μοχλός πίεσης στα χέρια του Ιράν και οι διαπραγματεύσεις παραμένουν βαλτωμένες.
Ακόμη και Αμερικανοί αναλυτές που αρχικά υποστήριξαν την πολεμική επιλογή προειδοποιούν τώρα πως η Ουάσιγκτον υποτίμησε σημαντικά τις δυνατότητες και την αντοχή του αντιπάλου της. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι ο πόλεμος συνεχίζεται. Είναι ότι η πίεση που υποτίθεται ότι θα ανάγκαζε το Ιράν σε υποχώρηση δεν παράγει το πολιτικό αποτέλεσμα που υποσχόταν ο Λευκός Οίκος.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή η κυβέρνηση δυσκολεύεται πλέον να εξηγήσει τι ακριβώς θα συνιστούσε επιτυχία. Οι στόχοι μετακινούνται διαρκώς.
Ο πόλεμος ξεκίνησε με διακηρύξεις για επικείμενη αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Ακολούθησαν οι υποσχέσεις για την οριστική εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος, την καταστροφή των βαλλιστικών πυραύλων, τον τερματισμό της υποστήριξης του Ιράν προς περιφερειακούς συμμάχους και ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή και την «απελευθέρωση» του Στενού του Ορμούζ.
Σήμερα, ύστερα από τέσσερις μήνες συγκρούσεων, ο πήχης έχει κατέβει αισθητά. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η επίτευξη αυτών των στόχων αλλά η επίτευξη μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιτυχία, ακόμη κι αν απέχει σημαντικά από τις αρχικές φιλοδοξίες.
Αυτό είναι συνήθως το σημείο όπου αρχίζουν τα προβλήματα για κάθε στρατιωτική επέμβαση. Όχι όταν αποτυγχάνει στο πεδίο των επιχειρήσεων, αλλά όταν αδυνατεί να προσδιορίσει με σαφήνεια ποιο ακριβώς αποτέλεσμα επιδιώκει και πώς σκοπεύει να το πετύχει.
Για τον Τραμπ, ωστόσο, υπάρχει και μια βαθύτερη πολιτική διάσταση. Η στρατηγική του βασιζόταν πάντοτε στην πεποίθηση ότι η ισχύς και η πίεση αρκούν για να μεταβάλλουν τους υπολογισμούς του αντιπάλου. Ότι απέναντι σε έναν αρκετά αποφασισμένο διαπραγματευτή, η άλλη πλευρά αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να υποχωρήσει.
Μέχρι ενός σημείου αυτή η μέθοδος λειτούργησε. Ο Τραμπ έχει αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλει τη βούλησή του σε πολιτικούς αντιπάλους στο εσωτερικό, να επηρεάζει συμμάχους και, όταν το κρίνει απαραίτητο, να ασκεί πίεση ακόμη και στον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Δεν έχει αποδείξει όμως ότι μπορεί να αλλάξει τους υπολογισμούς της Τεχεράνης.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία του σημερινού αδιεξόδου. Το Ιράν δεν συμπεριφέρεται ως αντίπαλος που αναζητά επειγόντως μια έξοδο από την κρίση. Αντιθέτως, δείχνει διατεθειμένο να απορροφήσει το κόστος, να κερδίσει χρόνο και να εκμεταλλευτεί τις οικονομικές και πολιτικές πιέσεις που δημιουργεί η παράταση της σύγκρουσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όσο η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι η παράταση της κρίσης τη συμφέρει περισσότερο από μια βεβιασμένη συμφωνία, η αμερικανική στρατηγική δυσκολεύεται να αποδώσει και η πολυδιαφημισμένη τέχνη του deal αποδεικνύεται λιγότερο αποτελεσματική από όσο υποσχόταν ο ένοικός του Λευκού Οίκου.
Γι’ αυτό και η κρίση με το Ιράν αποτελεί κάτι περισσότερο από ένα ακόμη δύσκολο κεφάλαιο στη μακρά ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή. Αρχίζει να μετατρέπεται σε δοκιμασία για τον ίδιο τον πολιτικό μύθο του Ντόναλντ Τραμπ. Γιατί κάθε μέρα που περνά χωρίς συμφωνία, χωρίς καθαρή στρατηγική εξόδου και χωρίς δυνατότητα επιβολής των αμερικανικών όρων, δεν δείχνει μόνο τα όρια της αμερικανικής ισχύος. Φθείρει και την εικόνα του ανθρώπου που υποσχόταν ότι, σε αντίθεση με όλους τους άλλους, ήξερε πάντα να κλείνει το κατάλληλο deal.