Live τώρα    
Το καινούργιο μου βιβλίο / Η «Μεσολογγιάς» του Αντωνίου Αντωνιάδη ως ντοκουμέντο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το καινούργιο μου βιβλίο / Η «Μεσολογγιάς» του Αντωνίου Αντωνιάδη ως ντοκουμέντο

Το Μεσολόγγι, το σολωμικό «αλωνάκι», που οι Οθωμανοί το χλεύασαν σαν «φράχτη», συγκίνησε με τους αγώνες του για την ελευθερία ποιητές κάθε εθνικότητας, κάθε εποχής αλλά και κάθε διαμετρήματος. Τον Διονύσιο Σολωμό πρώτα πρώτα, που του αφιερώθηκε με όλη του την ψυχή, τον Γκαίτε, που το δόξασε στον Φάουστ, τον φλογερό φιλέλληνα Βίλχελμ Μύλλερ, τον Κώστα Κρυστάλλη, τον Κωστή Παλαμά βέβαια.

Ποτέ πάντως δεν θα μάθουμε ποια ποιήματα θα του αφιέρωνε ο Μπάιρον, αν δεν πέθαινε τόσο αδόκητα και τόσο νωρίς. Ούτε και ποια ο Ανδρέας Κάλβος, αν συνέχιζε να γράφει ωδές και μετά την Έξοδο. Ποτέ δεν θα μάθουμε επίσης πόσο στιβαρή ποίηση θα μπορούσε να είχε γεννηθεί αν ο Γεώργιος Ζαλοκώστας, που υπήρξε ένας από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και ένας από τους Εξοδίτες που επέζησαν, είχε γράψει τα έργα του Μεσολόγγιον και Κλείσοβα στη δημοτική, που την κατείχε σε βάθος, όπως φανερώνουν τα λυρικά ποιήματά του, και όχι στην καθαρεύουσα, που την υιοθέτησε αναγκαστικά, για να έχει το δικαίωμα βράβευσης στους ποιητικούς διαγωνισμούς του 19ου αιώνα.

Στην καθαρεύουσα, αρκετά ήπια πάντως σε σύγκριση με την αρχαϊστική του Ζαλοκώστα, είναι γραμμένη και η Μεσολογγιάς του πολυγραφότατου εκπαιδευτικού και δραματογράφου Αντωνίου Αντωνιάδη (1836-1905), που γεννήθηκε στον Πειραιά από Κρητικούς γονείς. Ήδη ο τίτλος του «επικού ποιήματος» του Αντωνιάδη, που πρωτοεκδόθηκε στο 1876, στα πενήντα χρόνια της Εξόδου, προσδιορίζει το πρότυπό του. Την ομηρική Ιλιάδα είχε βέβαια κατά νουν, εξού και οι 24 ραψωδίες του ποιήματος, αλλά και τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους και τα αφηγηματικά κενά τους.

Ο Κωστής Παλαμάς, πάντα ευγενικός και γενναιόδωρος, πίστευε πως η Μεσολογγιάς είναι «το μόνο ποίημα το πλατιά εμπνευσμένο, εκτελεσμένο και συγκροτημένο από την ιστορία της θρυλικής γης». Αντίθετα, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, πάντα αυστηρός και χλευαστής, ειρωνευόταν τον Αντωνιάδη για την πολυγραφία του, την «ευτοκία» του. Κάπου στο ενδιάμεσο βρίσκεται ο Γιάννης Βλαχογιάννης, που, ως εκδότης των Ενθυμημάτων του Νικολάου Κασομούλη, υπογράμμιζε την αξία ντοκουμέντου της Μεσολογγιάδας, παρά τις όποιες ιστοριογραφικές ανακρίβειές της, που σίγουρα θα τις είχε διακρίνει.

Η ευφυής και ευαίσθητη ιδέα του Αντωνιάδη, που δίνει στη Μεσολογγιάδα την αληθινή της σημασία και την καθιστά αξιανάγνωστη και σήμερα, ήταν η απόφασή του να επισκεφθεί το Μεσολόγγι, να συνομιλήσει με επιζήσασες και επιζήσαντες των πολιορκιών και της Εξόδου και να ενοφθαλμίσει στο έργο του τις αφηγήσεις τους. Και μάλιστα χωρίς να τις φτιασιδώσει. Ακόμα κι αν οι πληροφορίες που συγκέντρωσε από το στόμα αυτοπτών μαρτύρων αντέβαιναν στο «κανονικό» εθνικό αφήγημα, δεν τις λογόκρινε.

Αυτό ακριβώς παρακίνησε τρεις Αιτωλοακαρνάνες, τον Χρήστο Μποκόρο, που πλούτισε το βιβλίο με τους σπουδαίους πίνακές του, την Ειρήνη Λούβρου, εκδότρια του «Ολκού», κι εμένα, να επανεκδώσουμε τη Μεσολογγιάδα -και μάλιστα όχι φωτομηχανικά αλλά με νέα στοιχειοθεσία- και να την υπηρετήσουμε προσθέτοντας εκτενή εισαγωγή, γλωσσάρι και βιογραφικά ηρώων της. Σαν ελάχιστο αντίδωρο στους αγωνιστές που μας γέννησαν.


 

* Ο Παντελής Μπουκάλας είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας

 

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Α´*

(στίχοι 1-27)


 

Τὸ Μεσολόγγι τ᾽ ἀκουστὸν παντοῦ στὴν οἰκουμένην

θὰ ψάλω, καὶ τὴν σιδηρᾶν ψυχὴν θὰ εἰκονίσω

τῶν ἐκ τῆς πείνης μελανῶν τοῦ ἔθνους ὁπλοφόρων.

Μάτην ἐφόνευον ἐδῶ νυχθημερὸν αἱ βόμβαι,

συνθήκας δ᾽ οἱ πολέμιοι προέτεινον ἀπαύστως·

ὣς κι αἱ γυναῖκες καὶ αὐτὰ τ᾽ ἀνήλικα παιδία

ἐφώναζον: «Δὲν δίδομεν τὰ ᾽ματωμένα ὅπλα·

δρόμον μ᾽ αὐτὰ θ᾽ ἀνοίξωμεν ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν μας.»

Ἀφοῦ τὴν Πελοπόννησον ἐρήμωσ᾽ ὁ Μπραΐμης,

σφάζων τὰ βρέφη, πυρπολῶν τὰ δένδρα καὶ τοὺς οἴκους,

ἐστράτευσε τὴν Ρούμελην σκοπεύων νὰ δαμάσῃ.

Πατήσας δὲ τῶν Αἰτωλῶν τὴν χώραν καὶ προσβλέψας

τοῖχον ἁπλοῦν ὑπ᾽ ἀβαθοῦς περιζωσμένον τάφρου,

τὸν Κιουταχῆν περιφρονεῖ, τοιαῦτα δὲ τῷ λέγει:

«Αὐτὸν τὸν φράκτην τὸν μικρὸν δὲν ἠμπορεῖς νὰ πάρῃς,

τρεῖς μυριάδας Ἀλβανῶν κι Ἀσιανῶν ἀθροίσας,

μῆνας δ᾽ ὀκτὼ πολιορκῶν μὲ τόσα πυροβόλα;

Ἐγὼ τὴν Πελοπόννησον ἐνίκησα ταχέως,

καὶ τῆς Μεθώνης εὔκολα κατέλαβον τὸ τεῖχος,

δεκαπλασίως ὀχυρόν, κτισμένον δὲ μὲ τέχνην

ὑπὸ τῶν Φράγκων τῶν προτοῦ ἐχόντων τὸν Μωρέαν.

Μέχρις ἐδάφους ἔρριψα τὴν Τρίπολιν, κι ὡς σπείρουν

τὸν σῖτον, ἅλας ἔσπειρα εἰς τὰς ὁδούς, μὴ πλέον

θρέψουν οἱ χέρσοι της ἀγροὶ ἐχθροὺς τοῦ Κορανίου.

Σὺ δ᾽ ἀπηλπίσθης ἐντελῶς ἐμπρὸς αὐτῆς τῆς μάνδρας,

κι ἀπέστειλας ζητῶν στρατοῦ ἐπικουρίαν νέαν!»

Εἶπε δεινῶς τὸ φίλαυτον πληγώνων τοῦ σατράπου.

Πεῖσμα δ᾽ ἐκεῖνον καὶ θυμὸς κατέλαβεν ἀνάψας

τὰς δύο παρειὰς αὐτοῦ, τὴν γλῶσσαν του δεσμεύσας.


 


 

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Αντωνίου Ιω. Αντωνιάδη «Μεσολογγιάς: Έπος Ιστορικόν», εκδόσεις Ολκός

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0