Αφιερωμένο στη μητέρα που έφυγε...
Η μουσική προσφορά εκδηλώσεων στο Φεστιβάλ της Άνοιξης του ΜΜΑ κορυφώθηκε με πασχαλινής επικαιρότητας εκκλησιαστική μουσική. Την παρουσίαση θρησκευτικών έργων του Johann Sebastian Bach, με τη φόρμα της καντάτας και του ορατορίου, στις 3 Απριλίου και στη Μεγάλη Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής). Μια ευκαιρία ουσιαστικής γνωριμίας με έναν από τους πλέον συνεπείς σκαπανείς τού -πολύ και μετρίως- «αρχαίου» ευρωπαϊκού μουσικού πολιτιστικού αποθέματος, τον νεανικό ακόμη και ήδη από δεκαετιών ευγενή Άγγλο αρχιμουσικό Sir John Eliot Gardiner. Μοιάζει να ήταν χθες, όταν, συνηθισμένοι στο γρανίτινο μεγαλείο της μνημειώδους εγγραφής των «Κατά Ματθαίον Παθών» υπό τον Όττο Κλέμπερερ, αντιμετωπίσαμε με αρχική δυσφορία την αίσθηση εκφραστικής απίσχνασης αυτού του αριστουργήματος στη νέα τότε ηχογράφηση του Γκάρντινερ, με τη ζωηρή ρυθμική διαχείριση, τους αιχμηρούς ήχους των αυθεντικών οργάνων, την απροθυμία πλατειασμών, εν ολίγοις την απόσταση από ρομαντικά αισθητικά και ερμηνευτικά επιθέματα μιας ιστορικής διαδρομής. Κι όμως, η ανάγκη εξοικείωσης με κάθε τι νέο, πρωταρχική στην αγωγή ενός προσήλυτου στη μεγάλη μουσική, επιβεβαιώθηκε και στη δική μας εμπειρία. Όχι μόνο στην περίπτωση του Μπαχ, αλλά και σε εκείνη του Μπετόβεν, οι ερμηνείες των συμφωνιών του οποίου από τον Γκάρντινερ, τις οποίες παρεμπιπτόντως εσχάτως γνωρίσαμε, κατέδειξαν έναν εγκλιματισμό μας στις «εισηγήσεις» του, δείγμα εξέλιξης για κάθε συνειδητό ακροατή.
Ειδικά για τις καντάτες του Μπαχ, η συστηματική ενασχόληση του Βρετανού επιβεβαιώνεται τόσο μέσα από μιαν ολοκληρωθείσα μετ’ εμποδίων κυκλοφορία 56 δίσκων ακτίνας, στα μέσα της παρελθούσης δεκαετίας, που ξεκίνησε από τον οίκο της Deutsche Grammophon και συμπληρώθηκε από ad hoc εταιρικό σχήμα με την εύγλωττη επωνυμία «Soli Deo Gloria», όσο και με την παράλληλη επετειακή πλήρη εκτέλεση των έργων με τη μορφή θρησκευτικής καντάτας κατά το έτος 2000, και μάλιστα σε αντιστοίχιση με την ημέρα της ακριβούς λειτουργικής τους αναφοράς.
Παρόμοια οδό ακολούθησε ο Γκάρντινερ και στην αθηναϊκή του συναυλία, αφού ειδική καταχώρηση ενημέρωνε το κοινό για τη σκοπούμενη λειτουργία της παρουσιαζόμενης ακολουθίας ως «πνευματική διαδρομή», από την καντάτα «Οι ουρανοί αγάλλονται! Χαίρει η πλάσις» (BWV 31), για την Κυριακή του Πάσχα του 1715, στην καντάτα «Μείνον μεθ’ ημών» (BWV 6), που εκτελέσθηκε τη Δευτέρα του Πάσχα του 1725, μόλις μια ημέρα μετά την πρώτη παρουσίαση του καταληκτικού «Πασχαλινού Ορατορίου» (BWV 249), που παρακολουθήσαμε στην αναθεώρηση του 1738.
Αποσυρμένος στο πατρογονικό Σπρίνγκχεντ, στο Ντόρσετ, και επικεφαλής του νεοσύστατου τοπικού χορωδιακού και οργανικού συνόλου Constellation, ο παλαίμαχος επιβεβαίωσε τη δεινότητά του στη δημιουργία σχηματισμών περιωπής, την ακατάβλητη ροπή σε ζωηρές ρυθμικές επιλογές, εναλλαγές και εκπλήξεις, εν ολίγοις την αταλάντευτη προσήλωσή του στην ανεξάντλητη ευρηματικότητα του Μπαχ. Μόνη επιφύλαξη, αναπόφευκτη όμως σε παρόμοια πλαίσια «αυθεντικής» ερμηνείας, αναδεικνύεται το κυμαινόμενο επίπεδο των μονωδών, με τον τενόρο και τη μεσόφωνο ως πλέον αδύναμους κρίκους στην αποκαλυπτική ακουστική, που ευτυχώς όμως δεν υπονόμευσαν ουσιωδώς τη συλλογική ανάταση ενός γοητευμένου κοινού...
