Ήδη στον τελευταίο μήνα της άνοιξης και η σύγκρουση που πυροδότησαν ΗΠΑ και Ισραήλ στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου έχει κιόλας αλλάξει δραματικά το σκηνικό του τοπικού ανταγωνισμού και έχει μεταμορφώσει το στάτους της περιφερειακής τάξης.
Ωστόσο, η πιο ουσιαστική διάσταση του πολέμου βρισκόταν μέχρι πρότινος εκτός του ραντάρ συμβατικής αντίληψης, παρότι πύραυλοι και απειλές εκτοξεύονταν με μένος εκατέρωθεν του Στενού του Ορμούζ με φόντο τα εκατοντάδες ακινητοποιημένα πετρελαιοφόρα. Πίσω από τον πόλεμο που διεξήγαγαν φανερά οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, ένας άλλος πόλεμος εκτυλισσόταν στο παρασκήνιο δίχως διθυραμβικές ανακοινώσεις -υπό άκρα μυστικότητα- κι ενώ όλοι αναρωτιούνταν γιατί οι χώρες της περιοχής που δέχονται τα αντίποινα του Ιράν δεν απαντούν.
Δημοσιεύματα από το Reuters και τη Wall Street Journal την περασμένη εβδομάδα έφεραν στο φως αυτή την άγνωστη πτυχή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) και η Σαουδική Αραβία, δύο χώρες που δημόσια εμφανίζονταν ως ανήσυχοι θεατές της σύγκρουσης προσπαθώντας να αποτρέψουν ανεξέλεγκτη γενίκευση και κλιμάκωσή της, στην πραγματικότητα συμμετείχαν σιωπηλά εξαπολύοντας επιλεγμένα πλήγματα εναντίον του Ιράν. Ταυτόχρονα, οι αποκαλύψεις ότι το Ισραήλ έστησε μυστική βάση στην έρημο του δυτικού Ιράκ για να υποστηρίζει και να συντονίζει τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς που εξαπέλυε κατά του Ιράν αποκαλύπτουν μια πολύ πιο πυκνά δομημένη περιφερειακή επιχειρησιακή αρχιτεκτονική απ’ ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί.
Οι αποκαλύψεις αυτές υποδηλώνουν ότι η σύγκρουση δεν ήταν απλά μια διμερής αντιπαράθεση. Ήταν ένας πολυεπίπεδος περιφερειακός πόλεμος που περιελάμβανε μυστικές συμμαχίες, μυστικούς διαδρόμους επιμελητειακής υποστήριξης, σκιώδεις συνεννοήσεις και σιωπηλή εμπλοκή. Όπως λένε οι αναλυτές, ήταν ένας πόλεμος πίσω από τον πόλεμο. Και οι επιπλοκές του ενδέχεται να διαρκέσουν πολύ περισσότερο του «φανερού»…
Το τέλος της ουδετερότητας;
Για πολύ καιρό, οι συντηρητικές αραβικές μοναρχίες του Περσικού προσπαθούσαν να ισορροπήσουν μεταξύ της στρατηγικής εξάρτησής τους από την Ουάσιγκτον και της γεωγραφικής εγγύτητάς τους με το Ιράν. Το τραύμα των επιθέσεων του 2019 στις πετρελαϊκές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, που ευρέως αποδόθηκαν στην Τεχεράνη ή τους πληρεξουσίους της, είχε ήδη υποσκάψει την εμπιστοσύνη στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Αλλά μετά την ιστορική προσέγγιση Ριάντ-Τεχεράνης το 2023 υπό τη μεσολάβηση της Κίνας -ένα μεγάλο επίτευγμα της κινεζικής διπλωματίας που σάστισε το κατεστημένο της Ουάσιγκτον- πολλοί αναλυτές υπέθεσαν ότι η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ κινούνταν προς την εξομάλυνση της ταραγμένης σχέσης τους με την Ισλαμική Δημοκρατία.
Οι δημοσιογραφικές πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας τις προηγούμενες ημέρες αμφισβητούν έντονα αυτή την υπόθεση. Μαρτυρίες από Δυτικούς και τοπικούς αξιωματούχους συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι τα ΗΑΕ διεξήγαγαν ευθείες επιθέσεις κατά του Ιράν, συμπεριλαμβανομένου ενός πλήγματος σε ιρανικό διυλιστήριο στο νησί Λαβάν στον Περσικό Κόλπο. Η Σαουδική Αραβία από την πλευρά της φέρεται να εξαπέλυσε αεροπορικά αντίποινα για τους ιρανικούς πυραύλους και drones που έπληξαν στόχους εντός του βασιλείου στη φάση κλιμάκωσης του πολέμου. Βέβαια, ούτε το Αμπού Ντάμπι ούτε το Ριάντ παραδέχθηκαν δημόσια αυτές τις επιχειρήσεις. Όμως, η σιωπή τους ίσως «λέει» περισσότερα από ό,τι οι επιχειρήσεις αυτές καθεαυτές.
Οι μοναρχίες του Περσικού, αντιμέτωπες με τα τετελεσμένα των Αμερικανών συμμάχων τους φαίνεται πως κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η παθητική άμυνα δεν είναι βιώσιμη τακτική. Ο ελάχιστος έως ανύπαρκτος δισταγμός του Ιράν να χτυπήσει αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, μονάδες αφαλάτωσης και ναυτιλιακές οδούς των Αράβων γειτόνων του, ουσιαστικά ακύρωσε την πρόθεσή τους να μείνουν αμέτοχοι. Αφότου η Τεχεράνη έδειξε αποφασισμένη να μην κάνει «διακρίσεις» ή «εκπτώσεις» στις αντεπιθέσεις της, η δεδηλωμένη ή άτυπη ουδετερότητα των γειτόνων της κατέστη στρατηγικά άνευ νοήματος.
Για τα ΗΑΕ ειδικότερα, η απόφαση για εμπλοκή ήταν ένα άθροισμα φόβου και φιλοδοξίας. Το Άμπου Ντάμπι έχει εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία στην πιο ενεργή και δραστήρια αραβική δύναμη στην περιοχή. Από τη Λιβύη μέχρι την Υεμένη και το Σουδάν, η εξωτερική πολιτική των Εμιράτων παραπέμπει σε αυτή μιας μεσαίας δύναμης που επιδιώκει γεωπολιτική επιρροή, μέσω προβολής ισχύος και ισχυρών συνεργειών σε πολλά επίπεδα. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ με το εβραϊκό κράτος επιτάχυναν αυτόν τον δυναμικό μετασχηματισμό φέρνοντας τα ΗΑΕ πιο κοντά στο στρατιωτικό οικοσύστημα του Ισραήλ. Οι φερόμενες αντεπιθέσεις των Εμιράτων στο Ιράν αντιπροσωπεύουν μια ένδειξη της στρατηγικής σύνδεσής τους με το Ισραήλ.
Η συμπεριφορά της Σαουδικής Αραβίας, αντίθετα, φαίνεται πιο προσεκτικά σταθμισμένη και πιο συναλλακτική στη λογική της. Το Ριάντ φέρεται να συνδύασε τα περιορισμένα και επιλεκτικά αντίποινα στο Ιράν με μια ταχεία προτεραιοποίηση της διπλωματίας που αποσκοπούσε στην αποτροπή μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Αυτή η διττή προσέγγιση αντανακλά το ευρύτερο στρατηγικό δίλημμα του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει περιφερειακή κυριαρχία και τείχος προστασίας από την ιρανική πίεση, αλλά θέλει επίσης σταθερότητα και ανοιχτούς διαύλους για να διατηρήσει ζωντανό το φιλόδοξο σχέδιο του «Οράματος 2030», το πλάνο προσέλκυσης στρατηγικών επενδύσεων για τη αποσύνδεση της σαουδαραβικής οικονομίας από το πετρέλαιο. Με λίγα λόγια, οι Σαουδάραβες φαίνεται πως μπήκαν στην σύγκρουση κάπως απρόθυμα ή ίσως διστακτικά, ενώ τα Εμιράτα υποκινήθηκαν από τις στρατηγικές φιλοδοξίες τους.
Άσσος στο μανίκι
Από την οπτική γωνία των Αμερικανών στρατηγιστών, η θρυλούμενη εμπλοκή στον πόλεμο δύο καίριων συμμαχικών παραγόντων του Περσικού, φαίνεται πως μάλλον επικυρώνει έναν μακροπρόθεσμο στόχο της Ουάσιγκτον: Τη σύσταση μιας περιφερειακής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής υπό την οποία οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Περσικό θα αναλαμβάνουν μεγαλύτερους ρόλους στο πλαίσιο της επιχείρησης περιορισμού του Ιράν.
Είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ -τόσο επί πρώτης θητείας Τραμπ όσο και επί Μπάιντεν- επιδίωκε να πετύχει την αραβοϊσραηλινή στρατηγική ολοκλήρωση. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ δεν ήταν απλώς συμφωνίες ομαλοποίησης των σχέσεων του Ισραήλ με τους Άραβες. Ήταν στρατηγικές συμφωνίες-πλαίσιο που αποσκοπούσαν στη δημιουργία ενός άτυπου αντι-ιρανικού συνασπισμού. Οι αποκαλύψεις περί εμπλοκής Σαουδικής Αραβίας, ΗΑΕ στον τελευταίο πόλεμο υποδηλώνουν πως αυτή η αρχιτεκτονική μπορεί πλέον να θεωρείται λειτουργική.
Οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες, η χρηματοπιστωτική υποδομή του Περσικού, η αμερικανική υλικοτεχνική υποστήριξη και τα επικαλυπτόμενα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας λειτουργούν όλο και περισσότερο ως «συστατικά» ενός ενιαίου περιφερειακού πολιτικο-στρατιωτικού πλαισίου. Η μυστική συμμετοχή κρατών του Περσικού στον πόλεμο, αν μη τι άλλο καταδεικνύει ότι τα πολιτικά εμπόδια που δεν επέτρεπαν στις αραβικές μοναρχίες έναν άμεσο συντονισμό με το Ισραήλ, ίσως δεν είναι πλέον ανυπέρβλητα.
Όμως αυτή η φαινομενική στρατηγική επιτυχία της Ουάσιγκτον δεν είναι απαλλαγμένη σοβαρών κινδύνων. Η μυστικότητα που περιέβαλε την εμπλοκή Ριάντ-Αμπού Ντάμπι στον πόλεμο δείχνει πόσο πολιτικά εύθραυστη είναι η ευθυγράμμιση με τον αμερικανο-ισραηλινό άξονα. Οι δύο αραβικές χώρες πιθανότατα απέκρυψαν τη συμμετοχή τους, επειδή η ανοιχτή συνεργασία με ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον ενός άλλου κράτους με μουσουλμανικό πληθυσμό μπορούσε να προκαλέσει έντονες εγχώριες και περιφερειακές αντιδράσεις.
Επίσης, η ανάδυση ενός ντε φάκτο περιφερειακού στρατιωτικού συνασπισμού μπορεί αφενός να μεγεθύνει την αίσθηση της ιρανικής απειλής, αφετέρου μπορεί να ενισχύσει τα επιχειρήματα των σκληροπυρηνικών στην Τεχεράνη που επιμένουν ότι η διευθέτηση με τη Δύση είναι μάταιη. Οι Ιρανοί νομοθέτες συζητούν ήδη ανοιχτά την πιθανότητα εμπλουτισμού ουρανίου σε επίπεδα «οπλικής ποιότητας» σε περίπτωση νέας επίθεσης. Αν η Τεχεράνη καταλήξει στο συμπέρασμα πως το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και οι πλούσιες μοναρχίες του Περσικού επιδιώκουν συλλογικά αλλαγή καθεστώτος, τα κίνητρά της να απομακρυνθεί από το πυρηνικό πρόγραμμα θα «εξαφανιστούν».
Εξάλλου, η εμφάνιση ενός άτυπου αντι-ιρανικού μπλοκ κινδυνεύει να μετατρέψει κάθε μελλοντική περιφερειακή κρίση σε ολική αντιπαράθεση. Μπορεί τελικά η Μέση Ανατολή να απομακρυνθεί από τη λογική των πολέμων δι’ αντιπροσώπων και να καταλήξει σε κάτι χειρότερο: στις διακρατικές συγκρούσεις. Ήδη αυτή η προοπτική φαντάζει ρεαλιστική καθώς οξύνεται ο ανταγωνισμός για επίτευξη στρατηγικού πλεονεκτήματος. Μια τέτοια δυσοίωνη «μετάβαση» θα καθιστούσε εκθετικά τη διπλωματία πολύ πιο δύσκολη.
Διεισδύοντας στην έρημο… και πιο πέρα
Η μυστική ισραηλινή βάση στο Ιράκ, οι επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον του Ιράν και οι αυξανόμενοι δεσμοί με τα αραβικά κράτη του Περσικού ενισχύουν το όραμα Νετανιάχου για μια περιφερειακή στρατιωτική δύναμη, χωρίς εξάρτηση από την αμερικανική προστασία

Ίσως η πιο αξιοσημείωτη από τις τελευταίες αποκαλύψεις έχει να κάνει με την ισραηλινή πτυχή του πολέμου. Το Ισραήλ φέρεται ότι κατόρθωσε να στήσει υπό απόλυτη μυστικότητα ένα προκεχωρημένο φυλάκιο διοίκησης και υποστήριξης στην έρημο του Δυτικού Ιράκ λίγο πριν εξαπολύσει επιθέσεις στο Ιράν. Στην εγκατάσταση αυτή φέρεται να αναπτύχθηκαν ειδικές δυνάμεις, ομάδες υλικοτεχνικής υποστήριξης και μονάδες έρευνας και διάσωσης για πιλότους που τα αεροσκάφη τους θα καταρρίπτονταν.
Πρόκειται για μια επιχείρηση μεταξύ των πιο παράτολμων μυστικών διεισδύσεων στη σύγχρονη ιστορία. Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι πώς το Ισραήλ κατασκεύασε τη βάση, αλλά πώς τη διατήρησε δίχως να γίνει αντιληπτή.
Η λειτουργία ενός προκεχωρημένου κόμβου υλικοτεχνικής υποστήριξης εντός του Ιράκ, ενός κράτους επίσημα εχθρικού προς την ισραηλινή στρατιωτική δραστηριότητα και σε μεγάλο βαθμό υπό την επήρεια πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από το Ιράν, προϋποθέτει εξαιρετικές δυνατότητες στη συλλογή πληροφοριών, στην αξιοποίηση τοπικών δικτύων, στον εναέριο συντονισμό, στην υποστήριξη ηλεκτρονικού πολέμου.
Η αχανής και αραιοκατοικημένη έρημος προσφέρεται σίγουρα για αποτελεσματική απόκρυψη, αλλά αυτό δεν επαρκεί για να εξηγήσει πώς ελικόπτερα, εφοδιασμός και ειδικές δυνάμεις δρούσαν απαρατήρητα για εβδομάδες. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ο κατακερματισμός της εδαφικής κυριαρχίας του Ιράκ.
Από την εισβολή των ΗΠΑ, το 2003, οι επίσημες ιρακινές δυνάμεις «συνυπάρχουν» με τις κουρδικές ένοπλες παρατάξεις, τις υποστηριζόμενες από το Ιράν πολιτοφυλακές, τα αμερικανικά στρατεύματα, τις φυλετικές ομάδες και, βέβαια, τις ξένες μυστικές υπηρεσίες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αδύναμη κεντρική εξουσία «αφήνει» ανοιχτά πολλά παράθυρα για μυστική διείσδυση.
Το Ισραήλ έχει εδραιώσει υπογείως την παρουσία του στην περιοχή δημιουργώντας και αναπτύσσοντας μυστικά περιφερειακά δίκτυα. Η συνεργασία του με τις κουρδικές ομάδες, η υποδομή που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του πολέμου κατά του Ισλαμικού Κράτους και οι σιωπηρές συνεννοήσεις του με περιφερειακούς παράγοντες μπορεί να βοήθησαν καθοριστικά στο στήσιμο της μυστικής βάσης.
Εξίσου εντυπωσιακές είναι και οι αναφορές ότι οι ισραηλινές δυνάμεις έπληξαν ιρακινά στρατεύματα που πλησίαζαν τη βάση. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, σημαίνει πως το Ισραήλ ήταν αποφασισμένο να χτυπήσει και το Ιράκ, παρότι δεν υπήρχε άμεση απειλή από αυτό, μόνο και μόνο για να διατηρήσει το απόρρητο των επιχειρήσεών του κατά του Ιράν.
Αυτή η αποφασιστικότητα υπογραμμίζει και τη στρατηγική αξία που απέδιδαν οι Ισραηλινοί στρατιωτικοί σχεδιαστές στο ιρακινό προγεφύρωμα. Πολιτικά, ωστόσο, η ισραηλινή διείσδυση απέδειξε πόσο πορώδης είναι η έννοια της εδαφικής κυριαρχίας στη σύγχρονη Μέση Ανατολή. Όμως, σε όλα υπάρχουν όρια. Ακόμη και αν το Ισραήλ έδειξε ότι είναι ικανό και αποφασισμένο να επεκτείνει την επιχειρησιακή εμβέλειά του, ο πόλεμος κατέστησε σαφή τα όρια της στρατιωτικής ισχύος του.
Ο εντεινόμενος ανορθόδοξος πόλεμος με τη Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο είναι τώρα ένας σοβαρός πονοκέφαλος για τους Ισραηλινούς επιτελείς. Η αυξανόμενη χρήση -από την υποστηριζόμενη από το Ιράν οργάνωση- drones χαμηλού κόστους με τηλεχειρισμό οπτικής ίνας, αντί του ευάλωτου στα ηλεκτρονικά αντίμετρα ασύρματου, αποτυπώνει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό στη φύση της σύγκρουσης. Τα αποτελέσματά του είναι ήδη ορατά σε έναν άλλο πόλεμο: της Ουκρανίας. Με άλλα λόγια, οι φθηνές τεχνολογίες είναι όλο και πιο ικανές στο να αντισταθμίζουν την ακριβή συμβατική υπεροχή.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά ότι τα σμήνη των drones της Χεζμπολάχ φανερώνουν την αχίλλειο πτέρνα των IDF. Αυτό αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Αν οι «πληρεξούσιοι» του Ιράν μπορούν να επιβάλουν ένα σταθερά αυξανόμενο κόστος στον ισραηλινό στρατό χρησιμοποιώντας φθηνά, δύσκολα ανιχνεύσιμα και αντιμετωπίσιμα συστήματα, η πίεση -στρατιωτική και πολιτική- αυξάνεται σημαντικά. Αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη προσωπικού και την κόπωση κάνουν τα πράγματα δυσκολότερα. Ανώτεροι στρατιωτικοί προειδοποιούν πως οι εφεδρικές δυνάμεις των IDF πλησιάζουν στο σημείο εξάντλησης μετά από χρόνια μάχιμης εμπλοκής σε πολλά μέτωπα, ενώ η πολιτική μάχη γύρω από την εξαίρεση στράτευσης των υπερορθόδοξων Εβραίων έχει βαθύνει τις εσωτερικές διαιρέσεις.
Η αντίφαση αυτή είναι πιο ορατή από ποτέ αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την υποκείμενη διάσταση του προβλήματος: τη δημογραφική αδυναμία. Το Ισραήλ επιδιώκει να προβάλει ισχύ στη Μέση Ανατολή αλλά την ίδια ώρα πασχίζει να ικανοποιήσει τις πιεστικές απαιτήσεις των δυνάμεών του σε ανθρώπινο δυναμικό, καθώς η δημογραφική ανάπτυξή του κινείται στα όρια της οροφής. Αυτές οι συνθήκες βοηθούν στην εξήγηση μιας από τις πιο σημαντικές πολιτικές εξελίξεις που παρατηρήθηκαν στο περιθώριο του πολέμου: Τη διακήρυξη του Νετανιάχου ότι σκοπεύει να μειώσει σταδιακά την εξάρτηση του Ισραήλ από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια. Αυτό ακούγεται αντιφατικό και κάπως παράδοξο.
Το Ισραήλ εξακολουθεί να εξαρτάται καίρια από τα αμερικανικά οπλικά συστήματα, τη συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες, τη διπλωματική προστασία. Πώς θα μπορούσε ποτέ να «απεξαρτηθεί» από την υποστήριξη των ΗΠΑ; Όμως η διακήρυξη είναι πρωτίστως πολιτική. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι η διαχρονική διακομματική συναίνεση της Αμερικής στην αμέριστη υποστήριξη του εβραϊκού κράτους αποδυναμώνεται. Οι νεότερες γενιές ψηφοφόρων, η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών, οι πολιτικά ανεξάρτητοι Αμερικανοί, δεν αντιλαμβάνονται πια την υποστήριξη προς το Ισραήλ ως υποχρέωση. Δεν αποκλείεται να θέλει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση, πριν τελικά το κάνει η ίδια η Ουάσιγκτον.
Παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως στρατηγικά αυτόνομο, θέλει επίσης να καθησυχάσει τους Ισραηλινούς ψηφοφόρους. Η χώρα θα διατηρήσει την ελευθερία κινήσεων στη στρατιωτική δράση ανεξάρτητα από τις πολιτικές μετατοπίσεις στις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, επιδιώκει να σηματοδοτήσει στους νεόκοπους εταίρους του Περσικού ότι το ίδιο μπορεί να χρησιμεύσει ως μόνιμη άγκυρα ασφάλειας για την περιοχή, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της αμερικανικής πολιτικής.
Όμως, υπάρχει και μια βαθύτερη ιδεολογική διάσταση σε αυτή την απρόσμενη διακήρυξη. Ο Νετανιάχου και μεγάλο μέρος του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου του Ισραήλ βλέπουν όλο και περισσότερο τη χώρα τους όχι απλώς ως ένα μικρό κράτος που εξαρτάται από την αμερικανική προστασία, αλλά ως μια περιφερειακή στρατιωτική δύναμη ικανή να διαμορφώσει άμεσα τη γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής.
Η μυστική βάση στο Ιράκ, οι επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον του Ιράν και οι αυξανόμενοι δεσμοί με τα αραβικά κράτη του Περσικού, ενισχύουν σίγουρα αυτό το όραμα.
