Live τώρα    
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Ιράν: πληρεξούσιος Ρωσίας-Κίνας από καθοδηγητής πληρεξουσίων στη Μέση Ανατολή
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Ιράν: πληρεξούσιος Ρωσίας-Κίνας από καθοδηγητής πληρεξουσίων στη Μέση Ανατολή

Μέχρι τη στιγμή που τα θορυβώδη Shahed, τα «φθηνά» ιρανικά drones «μιας χρήσης», άρχισαν να χτυπούν στρατιωτικές θέσεις των ΗΠΑ στον Περσικό -ακόμη και ξενοδοχεία στο Ερμπίλ του ιρακινού Κουρδιστάν, όπου διαμένουν Αμερικανοί στρατιώτες προς μεγάλη έκπληξη και ανησυχία της Ουάσιγκτον- ένα από τα πιο σημαντικά γεωπολιτικά ερωτήματα του άμεσου μέλλοντος άρχισε να αποκρυσταλλώνεται και να γίνεται αντικείμενο συζήτησης στους κύκλους των αναλυτών. 

Δεν είναι το αν, απλώς, το Ιράν μπορεί να αντέξει -και για πόσο- τη στρατιωτική πίεση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του. Ούτε αν το τεράστιο δίκτυο των περιφερειακών πληρεξουσίων του, από τον Λίβανο μέχρι την Υεμένη, μπορεί να πετύχει κάτι σημαντικό στρατιωτικά ή να «κρατήσει» σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση. 

Το ερώτημα που αρχίζει να αναδύεται ως σενάριο για την τροπή της εξελισσόμενης σύγκρουσης είναι αν θα μπορούσε ποτέ το Ιράν, ο βασικός αρχιτέκτονας του πολέμου δι’ αντιπροσώπων στη Μέση Ανατολή, να γίνει τώρα το ίδιο ο μεγάλος πληρεξούσιος των δύο ομότιμων ανταγωνιστών της αμερικανικής ισχύος στη διεθνή αρένα: της Κίνας και της Ρωσίας.

Πιθανές ενδείξεις

Οι αναφορές ότι η Ρωσία έχει παράσχει στην Τεχεράνη πληροφορίες δορυφορικής κατόπτευσης σχετικά με τις θέσεις και τις κινήσεις αμερικανικών στρατευμάτων και ότι η Κίνα εξετάζει την προοπτική να προσφέρει οικονομική υποστήριξη, εξαρτήματα πυραύλων και τεχνολογία drones στην Ισλαμική Δημοκρατία, υποδηλώνουν ότι ο πόλεμος που άρχισαν απροκάλυπτα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, ελπίζοντας να εκμεταλλευτούν την εσωτερική αναταραχή και να πετύχουν μια γρήγορη κατάρρευση του καθεστώτος, μπορεί ήδη να εξελίσσεται σε κάτι μεγαλύτερο. 

Αυτό που «εγκαινιάστηκε» ως μια ευθεία στρατιωτική αναμέτρηση Ουάσιγκτον-Τεχεράνης φαίνεται πως, θεωρητικά, έχει τη δυναμική να εξελιχθεί σε ένα πεδίο δοκιμών της αντιπαλότητας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών από τη μία, Ρωσίας και Κίνας από την άλλη. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το Ιράν θα μπορούσε να γίνει η κεντρική «σκηνή» όπου θα παιχτεί προσεχώς ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων· ένας ακήρυχτος πόλεμος υπερδυνάμεων μέσω μιας πληρεξούσιας περιφερειακής δύναμης, η οποία τελεί υπό πολιορκία.

Οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Περισσότεροι από 50.000 στρατιώτες, εκατοντάδες αεροσκάφη και πολλαπλές ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων επιχειρούν σε όλη την περιοχή. Ο στόχος, σύμφωνα με αξιωματούχους του Πενταγώνου, είναι η εξάλειψη του βαλλιστικού οπλοστασίου του Ιράν και η υποβάθμιση της υποδομής του που υποστηρίζει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του.

Το Ιράν έχει απαντήσει με χιλιάδες drones και εκατοντάδες πυραύλους που στοχεύουν αμερικανικές βάσεις, εγκαταστάσεις ραντάρ, υποδομές επικοινωνιών και, βέβαια, τα γειτονικά κράτη στα οποία έχουν αναπτυχθεί αμερικανικές δυνάμεις. Η σύγκρουση έχει ήδη αναδιαμορφώσει την περιφερειακή τάξη. Αλλά οι αναφορές για τις κινήσεις ή τις προθέσεις των δύο μεγάλων ανταγωνιστών του αμερικανικού ηγεμονισμού υποδηλώνουν ότι μπορεί, επίσης, να αναδιαμορφώσει και το παγκόσμιο ισοζύγιο ισχύος.

Σύμφωνα με αξιωματούχους που είναι εξοικειωμένοι με τον κόσμο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, η Ρωσία έχει προωθήσει πληροφορίες παρακολούθησης στο Ιράν που περιγράφουν λεπτομερώς τις θέσεις και τις κινήσεις αμερικανικών πλοίων, αεροσκαφών και στρατευμάτων. Ορισμένες από αυτές φέρεται να προέρχονται από τον αστερισμό δορυφόρων της Μόσχας, έναν από τους πιο εξελιγμένους εκτός ΗΠΑ.

Αν αυτές οι αναφορές επιβεβαιωθούν, σηματοδοτούν την πρώτη σαφή ένδειξη ότι η Ρωσία βοηθά άμεσα την πολεμική προσπάθεια του Ιράν. Φυσικά, το Κρεμλίνο δεν έχει παραδεχτεί δημοσίως παροχή υποστήριξης. Αλλά η λογική πίσω από μια τέτοια κίνηση δεν θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί, και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Για τη Μόσχα, η βοήθεια προς το Ιράν με σκοπό να περιπλέξει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να της προσφέρει στρατηγικά οφέλη πολύ πιο πέρα ​​από τη περιοχή. Η Ουάσιγκτον, απορροφημένη στρατιωτικά και στρατηγικά εκεί, είναι ένας ασθενέστερος αντίπαλος στην Ευρώπη.

Από την Ουκρανία στον Κόλπο

Η σχέση της Ρωσίας με το Ιράν έχει βαθύνει εντυπωσιακά από το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία. Η Τεχεράνη προμήθευσε τη Μόσχα με χιλιάδες Shahed και τη βοήθησε στην κατασκευή ενός εργοστασίου στη Ρωσία, ικανού να παράγει τα «φτηνά» αυτά drones ιρανικής σχεδίασης. Σε αντάλλαγμα, το Ιράν έχει ζητήσει ρωσική εμπειρογνωμοσύνη στην τεχνολογία πυραύλων και στην πυρηνική ανάπτυξη.

Ο πόλεμος που δέχεται τώρα από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορεί να ανοίγει τον δρόμο για την επόμενη φάση αυτής της συνεργασίας. Διοχετεύοντας κρίσιμες στρατιωτικές πληροφορίες στην Τεχεράνη, η Ρωσία μπορεί να επιβάλει υπολογίσιμο κόστος στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να διακινδυνεύσει άμεση αντιπαράθεση μαζί τους. Κάθε ιρανικό χτύπημα που αναγκάζει το Πεντάγωνο να αναδιατάξει αεροσκάφη ή να ενισχύσει την άμυνά του στον Περσικό, δεσμεύει αμερικανικούς πόρους που διαφορετικά θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την Ουκρανία ή να ενισχύσουν την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία επωφελείται από τον αντίκτυπο του πολέμου στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται στην περιοχή των 100 δολαρίων το βαρέλι καθώς η σύγκρουση δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης - επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ έως τώρα από τα αρχικά στάδια του πολέμου στην Ουκρανία.

Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ενισχύουν την οικονομική ανθεκτικότητα της Μόσχας που τελεί υπό καθεστώς ασφυκτικών δυτικών κυρώσεων. Όμως, η υποστήριξή της προς την Ισλαμική Δημοκρατία φαίνεται, επίσης, προσεκτικά σταθμισμένη. Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν αποφύγει οποιαδήποτε υπόνοια άμεσης στρατιωτικής ανάμειξης. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ τόνισε πως η Τεχεράνη δεν έχει ζητήσει επίσημα στρατιωτική βοήθεια. Η διάκριση αυτή μπορεί να ακούγεται τυπική, αλλά έχει σημασία. Η Ρωσία φαίνεται πρόθυμη να βοηθήσει το Ιράν να αντισταθεί στην Αμερική, αλλά όχι να εμπλακεί άμεσα στον μεταξύ τους πόλεμο.

Η στρατηγική αμφιθυμία της Κίνας 

Αν, όμως, η προσέγγιση της Ρωσίας παραπέμπει σε κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αυτοσχεδιαστικός οπορτουνισμός, η στάση της Κίνας παραπέμπει σίγουρα σε μια πιο περίπλοκη κατάσταση, εκείνη της στρατηγικής αμφιθυμίας. Είναι γνωστό ότι το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος πελάτης ιρανικού πετρελαίου. Περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών αργού ρέει προς την Κίνα παρέχοντας στην Τεχεράνη μια κρίσιμη οικονομική σανίδα σωτηρίας και αντιστάθμισης των σαρωτικών δυτικών κυρώσεων. 

Οι δύο χώρες υπέγραψαν 25ετή συμφωνία ευρείας οικονομικής συνεργασίας το 2021, η οποία προβλέπει επενδύσεις σε υποδομές και ενέργεια αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα έχει διαχρονικά αποφύγει να δεσμευτεί ως παράγοντας γεωπολιτικής ισχύος στη Μέση Ανατολή. Ακόμα και καθώς η Ουάσιγκτον παρακολουθεί πιθανές κινήσεις του Πεκίνου προς στήριξη του Ιράν, οι Κινέζοι αξιωματούχοι έχουν διατηρήσει με φανερή προσοχή απόσταση από την τρέχουσα σύγκρουση. Η Κίνα έχει ζητήσει δημοσίως αποκλιμάκωση και σεβασμό στην κυριαρχία του Ιράν ενώ παράλληλα προτρέπει την Τεχεράνη να διατηρήσει ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς μέσω του Στενού του Ορμούζ.

Ο λόγος αυτής της «αμφιθυμίας» είναι απλός: Το κυρίαρχο συμφέρον της Κίνας στην περιοχή είναι η σταθερότητα. Ο Περσικός Κόλπος προμηθεύει περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πετρελαίου που μεταφέρεται μέσω θαλάσσης. Οποιαδήποτε διατάραξη αυτής της ροής -και ειδικά το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ- θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, ικανό να επιβραδύνει την οικονομία της Κίνας.

Η στρατηγική του Πεκίνου βασίζεται εδώ και καιρό στην εξισορρόπηση των σχέσεών του με όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η Κίνα διατηρεί ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλα κράτη του Περσικού που υπερβαίνουν κατά πολύ το διμερές εμπόριο με το Ιράν. Η ανοιχτή ταύτιση με την Τεχεράνη θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο αυτές τις συνεργασίες. 

Ωστόσο, η προσεκτικότητα της Κίνας δεν σημαίνει ουδετερότητα. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες λένε ότι το Πεκίνο έχει προμηθεύσει το Ιράν με συστήματα αεράμυνας και μπορεί να του έχει παραδώσει και τις λεγόμενες «αιωρούμενες βόμβες», δηλαδή drones καμικάζι που ενεργοποιούνται μέσω αναγνώρισης στόχου.

Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν πως η Κίνα διερευνά επίσης τη δυνατότητα προμήθειας προηγμένων όπλων στην Τεχεράνη, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων, ικανών να στοχεύσουν τις ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στην Αραβική Θάλασσα. Τέτοιου είδους υποστήριξη θα παρέμενε σαφώς περιορισμένη, αλλά και εύκολα αμφισβητήσιμη από το Πεκίνο. Θα εξυπηρετούσε, όμως, έναν ευρύτερο σκοπό: Να διασφαλίσει ότι το Ιράν θα παραμείνει ικανό να αντισταθεί στην αμερικανική πίεση.

«Ευθυγράμμιση χωρίς συμμαχία»

Επί δεκαετίες το Ιράν τελειοποίησε την τέχνη του πολέμου δι’ αντιπροσώπων. Μέσω οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και οι αντάρτες Χούτι στην Υεμένη, η Τεχεράνη έχτισε ένα δίκτυο σχεδιασμένο να αμφισβητεί την ισχύ των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, χωρίς ευθεία αντιπαράθεση μαζί τους. Αυτές οι ομάδες επέτρεψαν στο Ιράν να προβάλλει τον ηγεμονικό ρόλο του στην περιοχή προσφέροντάς του παράλληλα τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθεί από αυτόν, όταν οι συνθήκες το απαιτούν. 

Τώρα όμως η λογική της σύγκρουσης δι’ αντιπροσώπων θα μπορούσε να αντιστραφεί. Αντί να ενορχηστρώνει τη δράση περιφερειακών πληρεξούσιων, το ίδιο το Ιράν θα μπορούσε να γίνει το πληρεξούσιο δύο υπερδυνάμεων στον πολυεπίπεδο ανταγωνισμό τους με τις ΗΠΑ.

Η Ρωσία και η Κίνα μοιράζονται ένα στρατηγικό συμφέρον: Να περιορίσουν την αμερικανική ισχύ. Και οι δύο χώρες θεωρούν τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ ως το κύριο εμπόδιο στις δικές τους γεωπολιτικές φιλοδοξίες· η Ρωσία στην Ευρώπη, η Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό. Η υποστήριξή τους προς το Ιράν -με την «ευκαιρία» αυτού του πολέμου- προσφέρει έναν τρόπο άσκησης πίεσης στην Ουάσιγκτον έμμεσα.

Ωστόσο, μια τέτοια συνθήκη θα προσέκρουε σε μια θεμελιώδη «ασυμβατότητα». Η Τεχεράνη είναι απίθανο να αποδεχτεί έναν υποδεέστερο ρόλο. Από την επανάσταση του 1979, η ιρανική εξωτερική πολιτική έχει βασιστεί στην αρχή της στρατηγικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας - τόσο από το δυτικό όσο και από το ανατολικό μπλοκ.

Ακόμα και στη διάρκεια της συνεργασίας του με τη Ρωσία στον εμφύλιο της Συρίας, το Ιράν επιδίωξε τους δικούς του στόχους, αντί να λειτουργεί ως κατώτερος εταίρος. Επομένως, η υπό διαμόρφωση δυναμική παραπέμπει σε κάτι πιο περίπλοκο από μια κλασική σχέση προστάτη-πληρεξούσιου. Είναι πιο κοντά σε αυτό που οι αναλυτές περιγράφουν ως «ευθυγράμμιση χωρίς συμμαχία». 

Στην Ουάσιγκτον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν αρχίσει να περιγράφουν τις αυξανόμενες συνέργειες Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας ως έναν άτυπο απειλητικό άξονα. Το Ιράν έχει ενισχύσει με μη επανδρωμένα αεροσκάφη την πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Βόρεια Κορέα φέρεται να έχει μεταφέρει βλήματα πυροβολικού και πυραύλους στη Μόσχα. Η Κίνα έχει παράσχει ζωτική οικονομική υποστήριξη σε κράτη που έχουν υποστεί κυρώσεις, ενώ διεξάγει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Ρωσία.

Κάθε μία από αυτές τις «ευθυγραμμισμένες» χώρες που δεν συνδέονται μεταξύ τους με επίσημη συμμαχική σχέση εμπλέκονται σε μια ξεχωριστή γεωπολιτική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ρωσία αμφισβητεί το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Η Κίνα αμφισβητεί την αμερικανική επιρροή στον Ινδο-Ειρηνικό. Το Ιράν αντιμετωπίζει την ισχύ των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η Βόρεια Κορέα διεκδικεί δυναμικό ρόλο στον τρέχον στάτους στη Κορεατική Χερσόνησο.

Αθροιστικά οι αντιπαραθέσεις αυτές «διασκορπίζουν» τους αμερικανικούς στρατιωτικούς πόρους σε πολλαπλά θέατρα. Όμως, πολλοί αναλυτές θεωρούν πως η ιδέα του ενιαίου άξονα, που επιδιώκει συγκροτημένα και συντεταγμένα να αμφισβητήσει τον αμερικανικό ηγεμονισμό, είναι υπερβολικός.

 

Ο πειρασμός της υπεραπλούστευσης

Το Ιράν παραμένει πάντα μια περιφερειακή δύναμη με τις δικές της στρατηγικές φιλοδοξίες και η ηγεσία του θεωρεί τον εαυτό της εμπροσθοφυλακή της αντίστασης κατά της δυτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή. Αυτό καθιστά την υιοθέτηση του ρόλου του πληρεξούσιου μάλλον απίθανη

 

Οι ΗΠΑ έχουν αντιμετωπίσει παρόμοιες συνθήκες στο παρελθόν. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας προς το Βόρειο Βιετνάμ δεν οδήγησε σε ευθεία αντιπαράθεση υπερδυνάμεων.

Το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον μπορεί να προσφέρει ένα συγκρίσιμο μοτίβο: Έμμεσος ανταγωνισμός μέσω περιφερειακών διακρατικών συγκρούσεων, αλλά όχι ευθεία σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά οι ρόλοι αντιστρέφονται εν μέρει. Αντί να υποστηρίζουν επαναστατικά κινήματα εναντίον των ΗΠΑ, οι αντίπαλοι της Ουάσιγκτον μπορεί να υποστηρίζουν ένα κράτος που αντιμετωπίζει κατά μέτωπο την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.

Η ιδέα ότι το Ιράν μπορεί να γίνει πληρεξούσιος της Ρωσίας και της Κίνας αποτυπώνει μια σημαντική μετατόπιση στην πρόσληψη των δυναμικών που αναπτύσσονται στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να απλοποιήσει υπερβολικά τη σύνθετη πραγματικότητά της.

Το Ιράν δεν είναι ένα αδύναμο κράτος-πελάτης. Παραμένει πάντα μια περιφερειακή δύναμη με τις δικές της στρατηγικές φιλοδοξίες και τη δική της ιδεολογική ατζέντα. Η ηγεσία του θεωρεί τον εαυτό της ως εμπροσθοφυλακή της αντίστασης κατά της δυτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή. Αυτή η ταυτότητα καθιστά την υιοθέτηση του ρόλου του πληρεξούσιου απίθανη.

Για τους περισσότερους αναλυτές, πιο πιθανό είναι ένα σενάριο υπό το οποίο το Ιράν θα διεξάγει τον δικό του πόλεμο κατά της Αμερικής λαμβάνοντας επιλεκτική υποστήριξη από άλλες δυνάμεις που επιδιώκουν να αποδυναμώσουν τις ΗΠΑ. Μια τέτοια σχέση είναι η πλέον ρεαλιστική καθώς διαμορφώνεται από κοινά συμφέροντα και όχι από ιεραρχικό έλεγχο. Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλές πιθανότητες το Ιράν να μην γίνει ποτέ πληρεξούσιος κανενός. Όμως, θα μπορούσε να βρεθεί στο κέντρο μιας εξίσου σημαντικής μετατόπισης: Να γίνει το μέτωπο στο οποίο θα βρεθούν να τέμνονται οι πολλαπλές γεωπολιτικές αντιπαλότητες της εποχής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0