Βεβαίως, υπάρχουν Γερμανοί πολιτικοί που θεωρούν ότι το μέλλον, το οικονομικό μέλλον, είναι ανατολικά, στις σχέσεις με τη Μόσχα, στις σχέσεις με το Πεκίνο. Βεβαίως, υπάρχουν Γερμανοί, ένθερμοι ατλαντιστές, που πίστευαν πάντα ότι το μέλλον είναι δυτικά, στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, δεν υπάρχει Γερμανός πολιτικός, ακόμη και τα τελευταία χρόνια της κρίσης, που να πιστεύει ότι υπάρχει μέλλον χωρίς τη στενή σχέση με το Παρίσι. Παρά τα... σεντόνια που γράφονται το τελευταίο διάστημα στον γερμανικό Τύπο, γεμάτα ειρωνείες για τα προβλήματα της «Grande Nation», παρά την κακοκρυμμένη περιφρόνηση πολλών παροικούντων το Βερολίνο απέναντι πρώτα στον «αεικίνητο άνευ λόγου» Νικολά Σαρκοζί και στη συνέχεια στον «απογοητευτικά αδύναμο» Φρανσουά Ολάντ, η γερμανική κυβέρνηση δεν θέλει με τίποτε να πάρει το ρίσκο της διάλυσης του γαλλογερμανικού άξονα. Ακόμη κι όταν διαβάζει τα περιβόητα «χαρτιά εργασίας» του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που καλούν το Παρίσι σε «κατά μέτωπον» σύγκρουση με την αλαζονική πολιτική του Βερολίνου.
Όλοι οι Γερμανοί καγκελάριοι μετά τον Κόνραντ Αντενάουερ έχουν εμπεδώσει τις δύο «σοφίες» του πρώτου μεταπολεμικού προκατόχου τους. Η πρώτη έλεγε ότι είναι δύσκολο να συνεργάζεται κανείς με μια ισχυρή Γαλλία, αλλά με μια ανίσχυρη είναι αδύνατο. Και η δεύτερη έλεγε ότι τα λάθη της εσωτερικής και της κοινωνικής πολιτικής μπορούν να διορθωθούν, τα λάθη της εξωτερικής πολιτικής σχεδόν ποτέ. Ακόμη κι όταν η προσωπική χημεία μεταξύ των ενοίκων της καγκελαρίας και του μεγάρου των Ηλυσίων δεν είναι η καλύτερη, όπως λέγεται ότι συμβαίνει τώρα, μεταξύ της Άνγκελα Μέρκελ και του Φρανσουά Ολάντ -όχι ότι η Μέρκελ αγαπιόταν με τον Σαρκοζί-, ακόμη κι όταν οι βασικές πολιτικές επιλογές του Βερολίνου και του Παρισιού είναι αποκλίνουσες, η ρήξη δεν θεωρείται επιλογή. Για την ώρα, τουλάχιστον.
Τα καλά λόγια του Σόιμπλε
Έτσι εξηγούνται τα καλά λόγια που λέει τις τελευταίες μέρες ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, όχι μόνο όταν βρίσκεται στο πλάι του Γάλλου ομολόγου του Πιερ Μοσκοβισί, αλλά και στη γερμανική Βουλή, στις αμέτρητες συνεντεύξεις του, στα διεθνή φόρα. «Η γαλλική κυβέρνηση γνωρίζει τι πρέπει να κάνει», λέει. «Η Γαλλία βρίσκεται σε καλό δρόμο», υποστηρίζει. Και κάνει κι ένα βήμα παραπάνω: δηλώνει ότι «υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ελιγμών» για τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης στις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κρίσης. Πού τα βρήκε αίφνης αυτά τα περιθώρια ο ένθερμος υποστηρικτής της δημοσιονομικής εξυγίανσης, ο άνθρωπος που μοιράζει δεξιά κι αριστερά συμβουλές για «συμμάζεμα» και «μεταρρυθμίσεις» με ύφος γυμνασιάρχη; Εποίησε την ανάγκη φιλοτιμία. Αποδέχτηκε ότι είναι άκρως αντιπαραγωγικό να αμφισβητήσει την απόφαση της Κομισιόν να δώσει παράταση στη Γαλλία για να ρίξει το έλλειμμά της κάτω από το 3%. Του αρκούν οι δεσμεύσεις του Παρισιού ότι θα εξυγιάνει τα οικονομικά του, αλλά με έναν ρυθμό που δεν θα πνίγει την οικονομία, όπως συνεχώς επαναλαμβάνει ο Μοσκοβισί. Και -προφανώς ενθυμούμενος την πρώτη σοφία του Αντενάουερ- φοβάται μια περαιτέρω αποδυνάμωση της γαλλικής οικονομίας.
Το μήνυμα του Άσμουσεν
Στη "στροφή" του Β. Σόιμπλε θα πρέπει να προσθέσουμε και τις απόψεις του Γιεργκ Άσμουσεν, μέλους του διευθυντηρίου της ΕΚΤ. Δεν είναι τυχαίο ότι τις προάλλες ανήγγειλε από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι μόλις ετοιμαστεί πλήρως και αποκτήσει «θεσμικό χαρακτήρα» ο μόνιμος μηχανισμός στήριξης ESM δεν θα χρειάζονται πλέον οι τρόικες, ότι «η Ευρώπη θα πρέπει σύντομα να διαχειρίζεται μόνη της τις κρίσεις της, χωρίς τη συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου». Μπορεί αυτή η αναγγελία να μη σημαίνει πολλά για τις νυν μνημονιακές χώρες, αλλά στέλνει το μήνυμα στην Ιταλία, στην Ισπανία και κυρίως στη Γαλλία ότι υπάρχουν περιθώρια στήριξης της οικονομίας τους - και των τραπεζών τους- χωρίς τον κορσέ των πακέτων «διάσωσης». Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική της λιτότητας μπαίνει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Σημαίνει, ωστόσο, ότι αλλάζει και με τη βούλα η δοσολογία των μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης προς το χαλαρότερο.