«Θέλω να καταλάβω. Θέλω να μάθω γιατί σκότωσαν τον πατέρα μου. Θέλω να μάθω γιατί τόσα χρόνια ανακρίνανε την οικογένειά μας και τους φίλους μας. Θέλω να μάθω πώς δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το έγκλημα ήταν ρατσιστικό. Θέλω να μάθω πώς γίνεται να ζει κανείς τόσα χρόνια στην παρανομία στη Γερμανία και να κάνει ανενόχλητος βόλτες στα πανηγύρια. Θέλω να μάθω πώς μπορεί να δολοφονεί κανείς επί δέκα χρόνια με το ίδιο όπλο σε όλη τη χώρα, χωρίς να τον υποψιάζονται οι αρχές».
Η αγωνία που εξέφρασε ο γιος του Χαλίτ Γιοζγάτ, του μαγαζάτορα από το Κάσελ που δολοφονήθηκε τον Απρίλιο του 2006, δεν είναι μόνο δική του. Την ίδια αγωνία μοιράζονται όλοι οι συγγενείς των θυμάτων του δολοφονικού νεοναζιστικού πυρήνα NSU (Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο Ρεύμα), την ίδια αγωνία μοιράζεται ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας, την ίδια αγωνία βιώνει -για πολλούς λόγους- η γερμανική πολιτική.
Γι' αυτό και η δίκη που ξεκινά πάλι μεθαύριο στο εφετείο του Μονάχου, με κατηγορούμενη τη μοναδική επιζήσασα από το τρίο των νεοναζί δολοφόνων, είναι μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία της σύγχρονης Γερμανίας, ίσως η σημαντικότερη μετά τις δίκες της Νυρεμβέργης - αν και δεν είναι επ' ουδενί λόγω συγκρίσιμα τα μεγέθη.
Τυπικά στο Μόναχο δικάζεται η κοκέτα ψυχρή γυναίκα που κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, η 38χρονη Μπεάτε Τσέπε, για τις δολοφονίες οκτώ Τούρκων μεταναστών και ενός Έλληνα, του Θόδωρου Βουλγαρίδη, μαγαζάτορα στο Μόναχο, καθώς και μιας αστυνομικίνας. Καθώς η Τσέπε κρατά εδώ και ενάμισι χρόνο, από την ημέρα της σύλληψής της, το στόμα της κλειστό, θα είναι δύσκολο για τους δικαστές να αποδείξουν την ενοχή της για τη φυσική αυτουργία στις δολοφονίες.
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι πάτησε τη σκανδάλη, για τις περισσότερες δολοφονίες έχει άλλοθι. Υπάρχει ωστόσο πληθώρα στοιχείων για το ότι είχε ιδρύσει μαζί με τους δύο φίλους της που αυτοκτόνησαν, μόλις η αστυνομία βρέθηκε στα ίχνη τους, τον νεοναζιστικό πυρήνα, που δολοφονούσε μετανάστες, έβαζε βόμβες, λήστευε τράπεζες. Και ζούσε μέχρι το τέλος μαζί τους, το 2011, σε ένα σπίτι στο Τσβίκαου, ανενόχλητη από την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες, ενώ καταζητούνταν από το 1999 μαζί με τους φίλους της ως επικίνδυνη νεοναζί.
Οι δικαστές καλούνται να αποφανθούν μόνο για την ενοχή της Τσέπε και των συγκατηγορούμενών της, βοηθών του νεοναζιστικού πυρήνα. Οι συγγενείς των θυμάτων, όμως, η κοινωνία ολόκληρη και η διεθνής κοινή γνώμη «καίγονται» πολύ περισσότερο για τις ευθύνες των διωκτικών αρχών. Ήταν τόσο ανίκανες ή ισχύει η αιώνια κατηγορία ότι «το κράτος είναι τυφλό από το δεξί μάτι»;
Εάν ισχύει το πρώτο είναι ήδη αρκετά κακό, σε μια χώρα που παινεύεται ότι έχει ένα κράτος που λειτουργεί, που δίνει συνεχώς συμβουλές στον υπόλοιπο κόσμο για το πώς θα οργανώσει το δικό του κράτος. Στη Γερμανία είναι εξαιρετικά δύσκολο να ζει κανείς στην παρανομία και μάλιστα σε μια κανονική γειτονιά, οδηγώντας αυτοκίνητο, βγαίνοντας έξω, κάνοντας έστω δουλειές του ποδαριού. Κι όμως οι δολοφόνοι του NSU το κατάφεραν εύκολα, αφήνοντας πίσω τους μια μακριά γραμμή αίματος.
Εάν ισχύει το δεύτερο, όμως, εάν κάποιοι μέσα στις μυστικές υπηρεσίες ήξεραν την ύπαρξη του NSU και αδιαφορούσαν -κανείς δεν φτάνει στο σημείο να τους κατηγορήσει για γνώση των δολοφονιών-, τότε τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Ειδικά σε μια χώρα με το παρελθόν της Γερμανίας, είναι εγκληματικό να μην παίρνουν τα μέτρα τους οι αρχές για να αναχαιτίσουν τη δράση νεοναζιστικών ομάδων.
Οι δικαστές ξεκαθάρισαν ότι δεν είναι δική τους δουλειά να αποδώσουν ευθύνες στις αρχές. «Δεν είμαστε εξεταστική επιτροπή της Βουλής», είπε ο πρόεδρος του εφετείου. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι κατά τη διάρκεια της μακριάς ακροαματικής διαδικασίας το θέμα θα επανέρχεται ξανά και ξανά. Και θα ρίχνει αλάτι στις ανοιχτές πληγές, όχι μόνο των συγγενών των θυμάτων.