Η βορειοαμερικανική ήπειρος έχει μια σύντομη -μετά τον αποικισμό της από τους Ευρωπαίους-, αλλά ταραχώδη Ιστορία, εν πολλοίς άγνωστη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1821 τα μεξικανικά στρατεύματα υπό τον Αγκουστίν ντε Ιτουρμπίντε εισέρχονται νικηφόρα στη Πόλη του Μεξικού και κηρύσσουν την ανεξαρτησία του από τους Ισπανούς. Η νέα τάξη πραγμάτων στο νεόκοπο, τεράστιο κράτος, που περιλαμβάνει ακόμη όλη την Καλιφόρνια και το Τέξας, βασίζεται στο λεγόμενο «Σχέδιο των τριών εγγυήσεων»: την απελευθέρωση από τον ισπανικό ζυγό, την εδραίωση του Ρωμαιοκαθολικισμού και την ισότητα μεταξύ όλων των πολιτών.
Ο Ιτουρμπίντε ανακηρύσσει εαυτόν «αυτοκράτορα» και εφαρμόζει ένα απολυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης, που δεν άργησε να οδηγήσει σε δυσαρέσκεια, κοινωνική αναταραχή και, ως αποτέλεσμα, έφερε τον στρατό στο πολιτικό προσκήνιο. Τελικά, υπό την ηγεσία του αγωνιστή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Γουαδελούπε Βικτόρια, οι στρατιωτικοί πήραν τα ηνία στα χέρια τους κηρύσσοντας το Μεξικό Δημοκρατία και ο Βικτόρια έγινε ο πρώτος Πρόεδρός της.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τα πρώτα σύννεφα στις σχέσεις του νέου ανεξάρτητου κράτους με τον βόρειο γείτονά του, τις ΗΠΑ, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους.
Τον Οκτώβριο του 1835 ξεσπά εξέγερση στο Τέξας. Αγγλοαμερικανοί άποικοι και ντόπιοι ισπανόφωνοι «Τεχάνος» ξεσηκώνονται κατά της κεντρικής κυβέρνησης του Μεξικού. Μόλις είχε καταργήσει συνταγματικά τη δουλεία, το 1829, και οι Τεξανοί ήταν αντίθετοι μ’ αυτό. Αλλά αν ο στόχος των «Τεχάνος» ήταν η επιστροφή στο σύνταγμα του 1824, τα σχέδια των Τεξανών ήταν άλλα. Η μεγάλη ανησυχία του Μεξικού είχε να κάνει με το ολοένα αυξανόμενο κύμα μετανάστευσης από Αγγλοαμερικανούς που ήθελαν ανοιχτά τα σύνορα με τις ΗΠΑ για να μπορούν να φέρνουν σκλάβους. Οι Μεξικανοί πίστευαν ότι την εξέγερση υποκινούσε η Ουάσιγκτον με απώτερο σκοπό να προσαρτήσει το Τέξας.
Στις 21 Απριλίου 1836, ο τεξανικός στρατός υπό τον στρατηγό Σαμ Χιούστον νικά τις μεξικανικές δυνάμεις του Προέδρου Αντόνιο Λόπεζ ντε Σάντα Άννα στη μάχη του Σαν Τζασίντο. Η τεξανική επίθεση ήταν αιφνιδιαστική και τα μεξικανικά στρατεύματα κατατροπώθηκαν. Οι Τεξανοί εκτέλεσαν πολλούς Μεξικανούς που προσπάθησαν να παραδοθούν. Διψούσαν για εκδίκηση, καθώς έναν μήνα νωρίτερα οι Μεξικανοί είχαν ακολουθήσει την ίδια τακτική στη φονική πολιορκία του φρουρίου του Άλαμο, στο Σαν Αντόνιο. Ο ίδιος ο Σάντα Άννα πιάστηκε όμηρος και σε αντάλλαγμα για τη ζωή του διέταξε τον μεξικανικό στρατό να υποχωρήσει νότια του ποταμού Ρίο Γκράντε. Το Τέξας κήρυξε την ανεξαρτησία του, αλλά το Μεξικό αρνήθηκε να την αναγνωρίσει. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν κατά διαστήματα μεταξύ των δύο πλευρών μέχρι τη δεκαετία του 1840.
«Εθνικό πεπρωμένο»
Τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1844 κέρδισε ο Δημοκρατικός Τζέιμς Πολκ με μια μεγάλη υπόσχεση: Να επεκτείνει την επικράτεια των ΗΠΑ στο Όρεγκον, στην Καλιφόρνια και στο Τέξας «με οποιοδήποτε μέσο». Τον επόμενο χρόνο κιόλας προσάρτησε το Τέξας. Αλλά υπήρχαν ακόμη μερικά «εμπόδια» στον δρόμο του κι αυτά δεν ήταν μόνο η προφανής αντίδραση του Μεξικού στον αμερικανικό επεκτατισμό ή η επιμονή των Τεξανών υπέρ της διατήρησης της δουλείας, η οποία απειλούσε την εσωτερική ισορροπία μεταξύ «προοδευτικών» βόρειων και συντηρητικών νότιων πολιτειών. Τα σύνορα με το Μεξικό ήταν ακόμη αμφισβητούμενα. Από τη μία το Τέξας και οι ΗΠΑ ισχυρίζονταν πως είναι ο Ρίο Γκράντε και από την άλλη το Μεξικό επέμενε ότι είναι πιο βόρεια, στον ποταμό Νούες. Ο Πολκ έστειλε μια διπλωματική αποστολή στο Μεξικό για να κάνει στην κυβέρνησή του μια ωμή πρόταση: Να αγοράσουν οι ΗΠΑ την αμφισβητούμενη περιοχή μαζί με την Καλιφόρνια και όλα τα ενδιάμεσα εδάφη για 25 εκατομμύρια δολάρια. Η μεξικανική κυβέρνηση την απέρριψε ασυζητητί.
Οι ΗΠΑ δεν άργησαν να προχωρήσουν στη δράση για να πάρουν αυτό που ήθελαν. Έστειλαν το ιππικό τους στα αμφισβητούμενα σύνορα στον Ρίο Γκράντε αγνοώντας τις μεξικανικές προειδοποιήσεις να μην το κάνουν. Το Μεξικό προσπάθησε να απωθήσει τους Αμερικανούς από το έδαφός του, τον Απρίλιο του 1846, μια κίνηση που χρησιμοποίησε ο Πολκ για να πείσει το Κογκρέσο να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της γειτονικής χώρας.
Ο Αμερικανομεξικανικός πόλεμος διάρκεσε έως το 1848 και τελείωσε με την ήττα του Μεξικού. Εκτός από το Τέξας, η μεξικανική κυβέρνηση αναγνώρισε την προσάρτηση στην αμερικανική επικράτεια της Καλιφόρνια, της Νεβάδα και της Γιούτα καθώς και τμημάτων της σημερινής Αριζόνα, του Κολοράντο, του Νέου Μεξικού και του Ουαϊόμινγκ. Οι ΗΠΑ συμφώνησαν να πληρώσουν 15 εκατομμύρια δολάρια σε πολεμικές αποζημιώσεις και να «χαρίσουν» άλλα 3,25 εκατομμύρια δολάρια χρέους της μεξικανικής κυβέρνησης. Το Μεξικό παραιτήθηκε οριστικά από τις εδαφικές αξιώσεις του στο Τέξας και αποδέχτηκε τον Ρίο Γκράντε ως το βόρειο σύνορό του με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ομως αυτό το τέλος κάθε άλλο παρά λύτρωση σήμανε. Ο πόλεμος άφησε τη χώρα με ένα βαθύ, σχεδόν ανεπούλωτο τραύμα. Θάνατος και καταστροφή παντού, η οικονομία κατέρρευσε, περισσότερο από το ήμισυ της μεξικανικής επικράτειας χάθηκε, και μαζί της πολύτιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Το Μεξικό δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Για τη μεξικανική διανόηση, η αιτία της εθνικής καταστροφής ήταν η απληστία των Αμερικανών σε συνδυασμό με την αδυναμία των Μεξικανών να την αποκρούσουν. Αντίθετα, για την άλλη πλευρά, ο πόλεμος ήταν μέρος της εκπλήρωσης του «εθνικού πεπρωμένου». Η Αμερική -της λευκής φυλής- ήταν «γραφτό» να επεκταθεί σε όλη τη Βόρεια Αμερική, από την ανατολική έως τη δυτική ακτή…
Δύσκολη κληρονομιά
Η Ιστορία ίσως λέει-ή ίσως δεν λέει…- πολλά για τη δύσκολη σχέση συνύπαρξης των δύο μεγάλων γειτόνων του Νέου Κόσμου με τις πολύ διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές. Όταν η Ιστορία είναι αιματοβαμμένη, γίνεται μια παγίδα που έχει τη δύναμη να υπονομεύσει το μέλλον. Και δεν παύει να είναι πάντα μια στάμπα που μπορεί να κηλιδώσει κάθε μέλλον.
Οι πολύπλοκες και «αμφιθυμικές» αμερικανομεξικανικές σχέσεις δεν θα γίνονταν η εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Η αρχή τους έγινε έπειτα από έναν πόλεμο που λίγο έλειψε να καταλήξει σε ολοκληρωτική υποταγή. Μετά τη συνθηκολόγηση του 1848, ορισμένοι στις ΗΠΑ ζητούσαν να προσαρτηθεί ολόκληρο το Μεξικό. Αλλά αυτό προφανώς θα σήμαινε ότι οι Μεξικανοί θα γίνονταν Αμερικανοί πολίτες και η ιδέα προκαλούσε αναφυλαξία στους τότε διαπρύσιους κήρυκες της λευκής υπεροχής, όπως ο γερουσιαστής και μετέπειτα αντιπρόεδρος Τζον Καλχούν, ο οποίος είχε ταχθεί σθεναρά κατά της «εξίσωσης άγριων ανθρώπων με τη λευκή φυλή»...
Σήμερα, η σχέση των δύο γειτόνων βρίσκεται σε άλλο επίπεδο. Μήπως είναι απλώς μια εντύπωση αυτό; Η προκατάληψη παραμένει, και τα στερεότυπα επίσης. Η διάχυτη αντίληψη στις ΗΠΑ για το Μεξικό είναι διαποτισμένη έως ενός σημείου από το ιστορικό παρελθόν και την πολιτισμική διαφορετικότητα. Παραμένει ο «φτωχός» της διπλανής πόρτας, που αντιμετωπίζεται κατά κανόνα με καχυποψία, αν όχι απόρριψη.
Για τη συντηρητική Δεξιά είναι πάντα μια εξωτερική απειλή. Για τους πιο προοδευτικούς είναι η «άλλη» πλευρά των συνόρων που οφείλουν να την αντιμετωπίσουν με οίκτο. Για την κυβέρνηση της Ουάσιγκτον, όπως διατείνεται η ίδια στον ιστότοπό της, το Μεξικό είναι «ένας από τους στενότερους και πολυτιμότερους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών» και οι δεσμοί μαζί του είναι «ισχυροί και ζωτικής σημασίας».
Βέβαια, ανάμεσα σε δύο «αταίριαστους» γείτονες, η σχέση έχει περάσει από πολλές φάσεις.
Το 1884 Πρόεδρος του Μεξικού ήταν ο Πορφίριο Ντιάζ, που έμεινε στη θέση του έως το 1911. Ήταν ένας από τους πιο αυταρχικούς Προέδρους που γνώρισε ποτέ η χώρα και στα συνολικά τριάντα χρόνια της εξουσίας του έχτισε ένα συγκεντρωτικό κράτος καταπνίγοντας κάθε αμφισβήτηση εν τη γενέσει της. Κατάφερε να υπονομεύσει όλο τον κρατικό μηχανισμό, ώσπου η πλειονότητα των στελεχών του αναφερόταν απευθείας στον ίδιο. Ακόμη και το νομοθετικό σώμα αποτελούνταν από φίλους του, ενώ ο Τύπος ήταν φιμωμένος. Επέβαλε αυστηρό έλεγχο στη Δικαιοσύνη και εξασφάλισε τη διαιώνιση της εξουσίας του άλλοτε ικανοποιώντας τις ανάγκες επιμέρους κοινωνικών ομάδων κι άλλοτε στρέφοντας τη μία εναντίον της άλλης. Δεν προκαλεί εντύπωση ότι η εκστρατεία οικονομικής διείσδυσης και επέκτασης των ΗΠΑ στο Μεξικό εγκαινιάστηκε ακριβώς εκείνη την περίοδο. «Φτωχό Μεξικό, τόσο μακριά από τον Θεό και τόσο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες» έλεγε ο Ντιάζ ανοίγοντας την όρεξη των Αμερικανών.
Αλλά δεν ήταν μόνο η οικονομική επέκταση που ενδιέφερε την Ουάσιγκτον. Ήταν και ο πολιτικός προσεταιρισμός του νότιου γείτονά της εξίσου σημαντικός, αν όχι σημαντικότερος, ειδικά στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν παρά να είχαν υποστηρίξει τη μεξικανική κυβέρνηση στην αιματηρή καταστολή των μαχητικών φοιτητικών κινητοποιήσεων την ταραγμένη δεκαετία του 1960. Η Σφαγή του Τλατελόλκο, στις 2 Οκτωβρίου 1968, όταν δεκάδες φοιτητές και πολίτες που διαδήλωναν κατά των Ολυμπιακών Αγώνων δολοφονήθηκαν από τον στρατό και την αστυνομία στη Πλάσα δε λας Τρες Κουλτούρας, στην Πόλη του Μεξικού, παραμένει ανεξίτηλη στη μεξικανική συλλογική μνήμη. Οι ΗΠΑ έσπευσαν να υιοθετήσουν και να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς της μεξικανικής κυβέρνησης πως οι διαδηλώσεις ήταν «κομμουνιστική συνωμοσία». Αργότερα, τη δεκαετία του 1970, η Ουάσιγκτον υποστήριξε ανοιχτά τη μονοκομματική διακυβέρνηση του PRI, του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος. Έχοντας την ιδεολογική βάση του στους «συνταγματιστές» της Μεξικανικής Επανάστασης του 1910-1920, το PRI διατήρησε την απόλυτη εξουσία του στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, από το 1929 έως το 2000. Εκτός από την Προεδρία της Δημοκρατίας, μέχρι το 1976 όλα τα μέλη της Γερουσίας ανήκαν στο PRI. Μέχρι και το 1989 όλοι οι κυβερνήτες των πολιτειών προέρχονταν επίσης από το ίδιο κόμμα.
Η εξέλιξη μιας σχέσης
Στη δεκαετία του 1980 το Μεξικό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει κοινωνικά προγράμματα για χάρη της αποπληρωμής του χρέους του προς τις ΗΠΑ. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1994, θα έμπαινε σε εφαρμογή η διαβόητη NAFTA, η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής ανάμεσα στο ίδιο, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Σήμερα πολλοί θεωρούν τη NAFTA ως την αιτία που αποδεκάτισε τη μεξικανική γεωργία. Σύμφωνα με το The Nation, πάνω από 1 εκατομμύριο Μεξικανοί αγρότες έχασαν τις δουλειές τους.
Σε κάθε περίπτωση, οι οικονομικές σχέσεις των δύο γειτόνων διευρύνονται. Το 2021 το διμερές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών έφτασε στα 725,7 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας το Μεξικό τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ. Το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου λέει ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προς το Μεξικό υποστήριξαν περίπου 1,1 εκατομμύρια αμερικανικές θέσεις εργασίας το 2019. Εξυπακούεται ότι οι αμερικανικές εταιρείες επωφελούνται από το χάσμα πλούτου ανάμεσα στους δύο εταίρους, αλλά αυτή η πτυχή συχνά παραβλέπεται - και από τους δύο.
Ομως τα πράγματα αγριεύουν πάλι. Μετά το περιβόητο τείχος του Τραμπ, το 2018, και εν μέσω της κρίσης δημόσιας υγείας που τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη και έχει να κάνει με τη χρήση της φαιντανύλης, η υπερσυντηρητική πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έχει επιδοθεί στη δαιμονοποίηση του Μεξικού, καθιστώντας την ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής της ενόψει των εκλογών του 2024. Υπό την οπτική των τραμπιστών και άλλων σκληροπυρηνικών Ρεπουμπλικάνων, το Μεξικό είναι ο μοναδικός υπεύθυνος για την αμερικανική επιδημία χρήσης οπιοειδών. Είναι η χώρα που δεν κάνει αρκετά για να χτυπήσει τη διακίνηση, που προστατεύει και αγκαλιάζει τα καρτέλ. Είναι επίσης, όπως χαρακτηριστικά γράφει η El Pais, «η νέα πολιτική πινιάτα από την οποία η σκληροπυρηνική αμερικανική Δεξιά ελπίζει να αποσπάσει λίγες καραμέλες»…
Κορυφαίοι Ρεπουμπλικάνοι, όπως ο εσωκομματικός αντίπαλος του Τραμπ για το χρίσμα των προεδρικών του 2024, ο κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ντε Σάντις, κατηγορούν ανοιχτά τους Μεξικανούς μετανάστες για διακίνηση ναρκωτικών. «Έχουμε ανθρώπους που περνούν παράνομα από κάθε χώρα. Και τι μας φέρνει αυτό; Η κύρια αιτία θανάτου σήμερα μεταξύ των Αμερικανών ηλικίας 18 έως 45 ετών είναι η υπερβολική δόση φαιντανύλης» ισχυρίζεται ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ipsos, πέρυσι τον Αύγουστο, περίπου το 53% των Αμερικανών συμφωνεί ότι τα νότια σύνορα των ΗΠΑ δέχονται «εισβολή», ενώ το 39% πιστεύει ότι το μεγαλύτερο μέρος της φαιντανύλης στις Ηνωμένες Πολιτείες διακινείται από παράτυπους μετανάστες, ένα ποσοστό που αυξάνεται στο 60% μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων.
Οπως αποκαλύπτει το Rolling Stone σε πρόσφατο αποκλειστικό δημοσίευμά του, ενόψει της διεκδίκησης δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ ζήτησε από συμβούλους του να του παρουσιάσουν σειρά στρατιωτικών επιλογών για την αντιμετώπιση των μεξικανικών καρτέλ ναρκωτικών, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών πληγμάτων εντός της μεξικάνικης επικράτειας!
«Η επίθεση στο Μεξικό, ή όπως αλλιώς θα θέλατε να το αποκαλέσετε, είναι κάτι για το οποίο ο Πρόεδρος Τραμπ έχει ζητήσει να καταρτιστούν “σχέδια μάχης”» ανέφερε χαρακτηριστικά μία από τις πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα. Τα σχέδια, που περιλαμβάνουν στρατιωτικά πλήγματα και ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στο μεξικάνικο έδαφος, φαίνεται να εκπορεύονται από το Centre for Renewing America, μια δεξαμενή σκέψης με αυξανόμενη επιρροή στην αμερικανική υπερσυντηρητική Δεξιά, η οποία στελεχώνεται σε μεγάλο βαθμό από τραμπιστές και βετεράνους της κυβέρνησής του.
«Το Μεξικό δεν είναι ούτε προτεκτοράτο ούτε αποικία των ΗΠΑ» ξέσπασε ο Μεξικανός Πρόεδρος Λουίζ Ομπραδόρ, όμως θα μπορούσαν ποτέ να αλλάξουν μυαλά όσοι από τους βόρειους γείτονές του συνεχίζουν να το βλέπουν έτσι;