Live τώρα    
The Economist / The Economist: Ο συμπτωματικός πρόεδρος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

The Economist / The Economist: Ο συμπτωματικός πρόεδρος

Στην καρικατούρα του βρετανικού Τύπου, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ είναι ένα επικίνδυνος μπεκρής, αντιβρετανός και φεντεραλιστής, ο πατέρας του οποίου στρατολογήθηκε από τη Βέρμαχτ. Την ώρα που οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ετοιμάζονται να επιλέξουν τον επόμενο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Βρετανία του Ντέιβιντ Κάμερον αναδεικνύει σε μείζον εθνικό συμφέρον την προσπάθεια αποτροπής της εκλογής του.

Όταν όμως τον συναντήσει κανείς κατά πρόσωπο, είναι δύσκολο να αντιπαθήσει κανείς τον Γιούνκερ. Σε μια εποχή όπου οι πολιτικοί είναι βαρετοί, ο πρώην πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου είναι ένας δεινόσαυρος που απολαμβάνει το ποτό, το κάπνισμα, το κουτσομπολιό και τα αστεία. Μπορεί να γίνει αφοπλιστικά ειλικρινής, όπως στην περίπτωση που είπε ότι χρειάστηκε να πει ψέματα για να σώσει το ευρώ. Είναι στη φύση της επιτροπής να επιδιώκει τη σύγκλιση. Και οι προστριβές του με τον Τόνι Μπλερ ήταν ενδεικτικές: οι κακές του σχέσεις με τον Νικολά Σαρκοζί δεν τον έκαναν αντι-Γάλλο.

Τα ελαττώματά του ανήκουν σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία. Πρώτον, παρ' όλη την εμπειρία του, ο 59χρονος πολιτικός έχει περάσει την ακμή του και δεν προσφέρει τίποτε καινούργιο για να επανακτήσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων μετά την άνοδο των αντιευρωπαϊκών κομμάτων στις ευρωεκλογές του Μαΐου. Δεν διαθέτει τις διοικητικές ικανότητες για να μεταρρυθμίσει μια άκαμπτη γραφειοκρατία. Ωστόσο δεν θα ήταν η πρώτη φορά που η Ε.Ε. θα επέλεγε μια μη απειλητική μετριότητα: δύο πρώην πολιτικοί από το Λουξεμβούργο έρχονται στο μυαλό, ο Γκαστόν Θορν και ο Ζακ Σαντέρ.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ο Γιούνκερ επιλέχτηκε με βάση το σύστημα Spitzenkandidaten που δημιουργεί ένα κακό προηγούμενο. Αντί να επιλέγονται συναινετικά από τους Ευρωπαίους ηγέτες, ο πρόεδρος της επιτροπής προέκυψε από έναν συμβιβασμό που είχε ως αποτέλεσμα τον υποψήφιο της μεγαλύτερης ευρωομάδας του κοινοβουλίου να διευθύνει την Κομισιόν. Ο Γιούνκερ ήταν η επιλογή του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το οποίο ήλθε πρώτο στις εκλογές του Μαίου. Η αλλαγή μεταθέτει την εξουσία από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις στο κοινοβούλιο θέτοντας έτσι σε κίνδυνο πολλές λειτουργίες της Κομισιόν που απαιτούν αμεροληψία, όπως η πολιτική για τον ανταγωνισμό.

Γιος μεταλλουργού, ο Γιούνκερ εισήλθε στην πολιτική σκηνή του Λουξεμβούργου μετά την αποφοίτησή του από τη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου. Εκπροσωπώντας την "κοινωνική" πτέρυγα των Χριστιανοδημοκρατών, εξελέγη στο κοινοβούλιο το 1984 και αμέσως έγινε υπουργός Εργασίας. Πέντε χρόνια μετά έγινε υπουργός Οικονομικών και ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1995 διαδεχόμενος τον Σαντέρ.

Ο Γιούνκερ θα είναι ο τρίτος πρόεδρος της Κομισιόν από το Λουξεμβούργο, ένα δουκάτο με πληθυσμό μισό εκατομμύριο άτομα, που απολαμβάνει το υψηλότερο επίπεδο ζωής στην Ε.Ε. χάρη στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες του. Η προνομιακή θέση του οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Το Λουξεμβούργο παίζει τον ρόλο της μεταξύ τους γέφυρας.

Η ζωή του Γιούνκερ δέθηκε με το ευρώ. Διαπραγματεύτηκε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, διετέλεσε 18 χρόνια πρωθυπουργός και υπήρξε πρόεδρος του Εurogroup των υπουργών Οικονομικών. Τον Ιανουάριο του 2013, οι συνάδελφοί του απηύδησαν από τις μεταμεσονύχτιες συναντήσεις ποτισμένες με κονιάκ και τον αντικατέστησαν με έναν Ολλανδό, τον Γερούν Ντάισελμπλουμ. Στο Λουξεμβούργο, ένα σκάνδαλο κατασκοπείας τον εξανάγκασε σε παραίτηση τον περσινό Ιούλιο. Οι Χριστιανοδημοκράτες του παρέμειναν το ισχυρότερο κόμμα μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου, αλλά οι κυβερνητικοί τους εταίροι άλλαξαν στρατόπεδο για να υποστηρίξουν τους Φιλελεύθερους του Ζαβιέ Μπετέλ.

Ο Γιούνκερ έμεινε έτσι αναπάντεχα διαθέσιμος ως υποψήφιος και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ αποδέχτηκε απρόθυμα την ιδέα. Τον υποστήριξε για υποψήφιο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος επειδή ως αναγνωρίσιμος και γερμανόφωνος μπορούσε να αναμετρηθεί με τον Μάρτιν Σουλτς, τον Γερμανό πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και υποψήφιο των Σοσιαλδημοκρατών. Όταν όμως το Λαϊκό Κόμμα επικράτησε, η Μέρκελ ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να γυρίσει την πλάτη στον Γιούνκερ χωρίς να κατηγορηθεί ότι αθετεί την υπόσχεσή της για περισσότερη δημοκρατία.

Το σύστημα Spitzenkandidaten έχει αποκτήσει τόση δύναμη, ώστε κανείς εκτός από τον Κάμερον να μην τολμά να το αμφισβητήσει. Στην ευρωπαϊκή σύνοδο της 26ης-27ης Ιουνίου θα εξαπολύσει μια τελευταία, απεγνωσμένη επίθεση κατά του Γιούνκερ. Και θα βρεθεί σχεδόν μόνος. Δειλία, θα φωνάξει ο Βρετανός πρωθυπουργός. Αυτοκτονία, θα του απαντήσουν οι υπόλοιποι.

Ο Κάμερον μπορεί να δίνει τη σωστή μάχη, αλλά χρησιμοποιεί τη λάθος τακτική. Απάντησε καθυστερημένα στην απειλή του Spitzenkandidaten, ερμήνευσε λανθασμένα τις πολιτικές δεσμεύσεις της Μέρκελ (και πάλι πληρώνοντας το τίμημα για την αποχώρηση των Τόρις από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα) και επέτρεψε σε ένα θέμα αρχής να μετατραπεί σε προσωπική επίθεση.

Ο Γιούνκερ θα είναι ένας συμπτωματικός πρόεδρος επειδή αποτελεί τη δεύτερη επιλογή των περισσοτέρων. Ο ίδιος ήλπιζε να γίνει πρόεδρος μιας Επιτροπής που θα εκπροσωπούσε ηγέτες, δίνοντάς του έτσι τη δυνατότητα να παίξει τον ρόλο του παρασκηνιακού διαμεσολαβητή. Για τη Μέρκελ, είναι καλύτερος από τον Σουλτς. Για τον Σουλτς, η υποστήριξη προς τον Γιούνκερ αποτελεί το τίμημα για την ενίσχυση της εξουσίας του Ευρωκοινοβουλίου, του οποίου θα παραμείνει πρόεδρος.

Για τη Γαλλία και την Ιταλία είναι πιθανότερο ότι ο Γιούνκερ θα χαλαρώσει τη λιτότητα περισσότερο από άλλους συντηρητικούς. Για τους άλλους, η υποστήριξη για τον Γιούνκερ θα αποφέρει κάποιες θέσεις και θα αποσπάσει κάποιες παραχωρήσεις. Δυστυχώς για τη Βρετανία, ακόμη και οι στενότεροι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της πιστεύουν ότι η υποστήριξη προς τον Γιούνκερ είναι καλύτερη από τη συμπαράταξη με τον Κάμερον.

Το περίεργο είναι ότι ο Γιούνκερ είναι ίσως ο καλύτερος υποψήφιος από τους διαθέσιμους. Δεν είναι ούτε υπερ-φεντεραλιστής όπως ο Γκι Φέρχοφσταντ των Φιλελευθέρων ούτε ένα δημιούργημα του κοινοβουλίου όπως ο Σουλτς. Μια από τις βασικές προεκλογικές υποσχέσεις του ήταν να επιδιώξει μια "δίκαιη συμφωνία" για την επαναδιαπραγμάτευση της βρετανικής ένταξης. Θα δούμε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0