Επιχείρησα την προηγούμενη Κυριακή μια εκτεταμένη εισαγωγή στο θέατρο του Σάμιουελ Μπέκετ με αφορμή την παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Επέμεινα στα περάσματα και στις μεταβάσεις του Μπέκετ από ένα θέατρο ζώντος, ενεργού λόγου, σε ένα θέατρο ζωντανής ενεργού σιωπής και τανάπαλιν. Αναφέρθηκα, γι’ αυτό, στη βουβή ταινία με τίτλο «FILM», που γυρίστηκε το 1965, βασισμένη σε σενάριο του Μπέκετ, σε σκηνοθεσία του Alan Schneider, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο ηθοποιό του «βωβού» και αξεπέραστο «κλόουν» Buster Keaton. Έγραφα, ανάμεσα στα άλλα, ότι αυτή η μοναδική ταινία, που είδαμε ενσωματωμένη στο εξαιρετικό πολυθέαμα (κινηματογράφος - θέατρο) του Βασίλη Βαφέα με τον «μπεκετικό» τίτλο «Περιμένοντας» μας ανοίγει έναν καινούργιο, ενδεχομένως, δρόμο για να προσεγγίσουμε το έργο του Μπέκετ. Να υποθέσουμε ότι ξεκινάει από τον βουβό κινηματογράφο με την εύγλωττη, μεστή από Λόγο σιωπή του για να περάσει στον τραυματικό και ανάπηρο λόγο χωρίς Λόγο του 20ού μας αιώνα. Μέχρι να επιστρέψει οριστικά στα όψιμα έργα του, στην αστείρευτη πηγή του Λόγου, στην «αμλετική», έλλογη σιωπή ενός «ύπνου δίχως όνειρα».
Στην επικράτεια του «μοντέρνου»
Αυτή η σιωπή του Μπέκετ δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την πολυδιαφημιζόμενη «απελευθέρωση» της καλλιτεχνικής έκφρασης από το κείμενο. Ο Μπέκετ αντιμετωπίζει κριτικά και με αρκετή δόση σαρκασμού όλα αυτά τα σπασμωδικά ψευδοαπελευθερωτικά κινήματα της Δύσης στο όνομα της καθαρής λογικής, που απαξιώνουν τη ζωή και απομαγεύουν τον κόσμο επωάζοντας το αυγό του φιδιού. Η έκλειψη του Λόγου στα τελευταία του δράματα δεν αποτελεί προσχώρηση στο «μεταμοντέρνο» κίνημα αγλωσσίας. Περισσότερο είναι μια προσπάθεια κάθαρσης του φρέατος του Λόγου από τα σκουπίδια, με τα οποία τον γεμίζει η καθημερινή κατά-χρηστική μετα-γλώσσα. Με αυτήν την έννοια ο Μπέκετ δεν απορρίπτει τον Λόγο. Αρνείται την απερινόητη γλώσσα τής «διαλεκτικής» των νέων κυριάρχων, που τον φαλκιδεύουν, τον διαστρέφουν, τον οικειοποιούνται για να τον φέρουν στα μέτρα τους και να εμπεδώσουν την εξουσία τους. Τα πρότυπά του είναι σαιξπηρικά. Ανάμεσα στον Μάκβεθ, που «δοκιμάζει» πρώτα το έγκλημά του πάνω στο μοντέλο της «μιλημένης» γλώσσας για να δει αν το αντέχει δίχως να διαρραγεί, και στη σιωπή του Άμλετ, ο Μπέκετ επιλέγει την αμλετική «Σιωπή για όλα τα άλλα, πλην του Ενός!». Είναι μια επιλογή τραγική. Θέλω να πω, είναι λάθος να κατατάσσουμε τον Μπέκετ στο θολό και απροσδιόριστο ρεύμα του «μεταμοντέρνου». Ο Μπέκετ ανήκει πέρα για πέρα στην επικράτεια του «μοντέρνου», με τον ευγενή του ανθρωπισμό ιδωμένο μέσα από τα αντικριστά κάτοπτρα της Ύπαρξης και της Ιστορίας, κάτοπτρα που πολλαπλασιάζουν... φαινομενικά τα φαινόμενα για να δείξουν το «Εν».
Η τριάδα των μεγάλων δημιουργών τής εποχής του «μοντέρνου», Καβάφης, Τζόις, και Μπέκετ, από κοινού και ο καθένας με τον δικό του τρόπο, απέσπασαν την τέχνη από τον πνιγηρό εναγκαλισμό τού «συμβολισμού» και από το τέλμα της καθαρής «ποίησης για την ποίηση» με στόχο να την αποδώσουν εκεί όπου όντως ανήκει, στους ανθρώπους και στις κοινωνίες τους.
«Γκοντό» και «Βάρβαροι»
Για να έρθω στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», που είναι το αντικείμενο του σημερινού σημειώματος, θα προσφύγω σε ένα από τα πρόσωπα της πιο πάνω τριάδας των μεγάλων ποιητών της επικράτειας του «μοντέρνου», τον οικουμενικό Κωνσταντίνο Καβάφη. Στο κορυφαίο του ποίημα, το «Περιμένοντας τους βαρβάρους», μας μιλάει με συγκαλυμμένη ειρωνεία για έναν κόσμο «κυρίων» που, αν και θεωρούν τον εαυτό τους ως μοναδικό εκπρόσωπο του πολιτισμού, κορεσμένοι από τον ίδιο τον «πολιτισμό» τους περιμένουν ως εσχάτη λύση τους «βαρβάρους» για να τους λυτρώσουν από την αποχαύνωση και την ανία που φέρνουν η πολυτέλεια, η ραστώνη και η απραξία. Μα οι βάρβαροι, προς μεγάλη τους απογοήτευση, δεν εμφανίζονται ποτέ. Οι βάρβαροι, σε ύστατη ανάλυση, είναι αυτοί οι ίδιοι. Το ποίημα, στην καρδιά του μοντερνιστικού κινήματος, είναι ευρύτατα γνωστό και δεν χρειάζεται να το επαναλάβω εδώ. Λιγότερο γνωστά είναι όσα γράφει ο ίδιος ο Καβάφης επεξηγηματικά για το ποίημά του αυτό και θεωρώ χρήσιμο για την ανάλυσή μου να μεταφέρω εδώ κάποιες παραγράφους.
«Η σκηνή είναι φανταστική. Δεδομένου ότι πήρα για σύμβολο τους βαρβάρους, φυσικό είναι να πω για υπάτους και πραίτορας. Ο αυτοκράτωρ, οι συγκλητικοί και οι ρήτορες δε είναι αναγκαστικώς ρωμαϊκά πράγματα (...) Η κοινωνία φθάνει σε έναν βαθμό πολυτελείας, πολιτισμού και αποχαύνωσης, όπου, απελπισμένη από τη θέση στην οποία δεν βρίσκει διόρθωση συμβιβαστική με τον συνηθισμένο της βίο, αποφασίζει να φέρει μια ριζική αλλαγή, να θυσιάσει, να αλλάξει, να γυρίσει πίσω. Ν’ απλοποιήσει. Αυτά είναι οι ‘βάρβαροι’».
Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» είναι ένα έργο στην καρδιά του μοντερνιστικού κινήματος, παράλληλο με την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ, με τη φιλοσοφία του «Αγαθού αγρίου», με τις ανακαλύψεις του Φρόιντ («Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας»), με τη ματιά τού ιστορικού και φιλόσοφου Σπένγκλερ πάνω στην παρακμή της Δύσης, με τους «Μοντέρνους καιρούς» του Τσάπλιν, με την ποίηση του Καβάφη και με άλλα έργα που σημάδεψαν την εποχή μας. Δεν υπαινίσσομαι μια καταγωγική σχέση με το γνωστό ποίημα του Καβάφη, αλλά μια σχέση παραλληλίας μέσα στο όλο κλίμα του μοντερνισμού. Είναι άστοχο γι’ αυτό να τον τοποθετούμε στο κίνημα του «μεταμοντέρνου». Θα χρειαστεί, όμως, για την ολοκλήρωση των πιο πάνω, και για την παράσταση του «Περιμένοντας», άλλο ένα σημείωμα.
Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.