Του Λέανδρου Πολενάκη
Η Γιασμίν Ρεζά, Γαλλίδα ιρανικής καταγωγής, είναι μια πετυχημένη, πολυβραβευμένη σύγχρονη θεατρική συγγραφέας, τα έργα της οποίας παίζονται σε όλο τον κόσμο. Ο «Θεός της σφαγής» είναι μια ανελέητη «δραματική» διακωμώδηση της μέσης αστικής ευρωπαϊκής τάξης στην εκδοχή της, όπου η συγγραφέας κατορθώνει να αφαιρέσει τη μάσκα της ψεύτικης ευπρέπειας από τους «καθωσπρέπει» ήρωές της. Για να αποκαλύψει πίσω της τη βλακεία, τη ρηχότητα, το συναισθηματικό κενό, τη βία, τη βαρβαρότητα, την αλαζονεία, την υποκρισία του ανθρώπου της Δύσης. Δεν μας λέει βέβαια κάτι συναρπαστικά νέο η συγγραφέας, μας τα έχουν ήδη πει και άλλοι. (Θυμίζω το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Σαρτρ, τη «Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπη κ.λπ.). Ωστόσο το έργο της χειραφετείται εγκαίρως από τα πρότυπά του, για να ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Θα έλεγα συνοψίζοντας ότι πρόκειται για μια «κωμωδία της αγριότητας» που έχει ως στόχο τη συνολική κριτική του ανθρωπίνου φαινομένου. Αν όχι εκείνου που είναι, τουλάχιστον εκείνου που έγινε ο άνθρωπος: ένας ακόρεστος καταναλωτής βάρβαρων εικόνων, μέσα στο καλοβαλμένο αστικό σαλόνι του σπιτιού του. Ένας «πολιτισμένος άγριος», στους αντίποδες του «αγαθού αγρίου», που φαντασιώθηκαν οι πρώτοι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι. Σήμερα η οικογενειακή σφαγή, τα «οικεία κακά» όπως έλεγαν παλιότερα, λαβαίνει χώρα στο αστικό διαμέρισμα, κάτω από το ψυχρό βλέμμα του αντικειμενικού, παντεπόπτη θεού της τηλοψίας. Το «ανδροσφαγείον και πεδορραντήριον» του Αισχύλου, όλη η ανθρώπινη ζούγκλα, εγκατεστημένη μέσα σε λίγα, μετρημένα επακριβώς, φορολογήσιμα, τετραγωνικά μέτρα! Ένα επίτευγμα «μοντέρνας» θεατρικής χωροταξίας. Και δεν πρόκειται, δυστυχώς, για «reality show». Συμβαίνει, όντως. Το έργο είναι μια αρνητική φωτογραφία (καμένη) αυτού που μας συμβαίνει.
Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη στο «Θέατρο Αθηνών» κατάφερε να συνθέσει δημιουργικά σε ένα, τα διαφορετικά επίπεδα του έργου: μια σκεπτόμενη, δραστική κωμωδία, που βγάζει πολύ γέλιο, και συγχρόνως ένα θεατροποιημένο δοκίμιο επάνω στη φύση του ανθρώπου. Σε ύφος παραπλανητικά «σοβαρό», που κονιορτοποιεί τις διανοητικές κατασκευές των πάσης φύσεως φονταμενταλιστών της «διαφωτισμένης» εποχής μας. Δείχνοντας τις ιδέες τους γυμνές, μέσα στη ρωμαϊκή αρένα που ξαναέγινε σήμερα ο κόσμος. Με εξαιρετικά διδαγμένους και παιγμένους ρόλους. Η Λουκία Μιχαλοπούλου δίνει έξοχα μια μικρή αλλά γνώριμη οικιακή τίγρη. Η Στεφανία Γουλιώτη μεταμορφώνεται άψογα στην οικεία μας ύαινα σαλονιού. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος αποτυπώνει σθεναρά το δύσθυμο, πιασμένο σε δόκανο, τσακάλι και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης εξαίσια τον αιχμάλωτο λέοντα της ερήμου που βρυχάται. Μια παράσταση που υπερβαίνει θετικά το έργο. Σε καλή μετάφραση του Γιώργου Βούρου (με τη συνεργασία του σκηνοθέτη), με ωραία σκηνικά - κοστούμια (Αθανασία Σμαραγδή), λειτουργικούς φωτισμούς (Αλέκος Γιάνναρος) και αρμόζουσα μουσική (Μίνως Μάτσας).
*
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου είναι ένας πολυσύνθετος, χαρισματικός σκηνοθέτης - ηθοποιός. Στην ουσία του, ένας ποιητής, με την πλατωνική σημασία του όρου. Μεταμορφούμενος διαρκώς. Και επικός, και λυρικός, και ελεγειακός, και σατιρικός κατά περίπτωση. Δηλητηριώδης με την τελευταία του ιδιότητα. Σε αυτήν στέκομαι σήμερα. Στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου, γράφει, σκηνοθετεί και παίζει μόνος μια «φαρμακερή» σάτιρα της εποχής μας, και κάθε εποχής που νόμισε ότι αυτή μόνο «τα ξέρει όλα», για να αποδειχθεί στο τέλος, όταν ανοίγει το «κουκούλι» της, κενή. Ο τίτλος της, «Σιχτίρ ευρώ μπουντρούμ δραχμή θα πεις κι ένα τραγούδι», ενδεικτικός του περιεχομένου, αντιστοιχεί ακριβώς σε «αυτό που μας συμβαίνει». (Για το οποίο δεν είμαστε, βέβαια, εντελώς ανεύθυνοι.) Μια μονοπρόσωπη επιθεώρηση που δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν χαϊδεύει αυτιά κανενός, λέει «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» για τη διανοούμενη «τάξη» των καιρών μας, για το «ποιοι είμαστε» και «τι θέλουμε» (αν το ξέρουμε), με διαβρωτικό χιούμορ και με γερές δόσεις αυτοσαρκασμού, σε μια γυμνή σκηνή, κάτω από τους ανελέητους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ. Δεν χρειάζεται να πω κάτι άλλο, η παράσταση μόνη της τα λέει όλα. Τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.