Ο καύσωνας που σαρώνει την Ευρώπη δεν είναι απλώς ένα ακόμη «ακραίο καιρικό φαινόμενο». Είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή δεν διεξάγεται πλέον σε μελλοντικό χρόνο. Δεν αφορά σενάρια για το τέλος του αιώνα, ούτε αφηρημένες προειδοποιήσεις επιστημόνων. Αφορά σχολεία που κλείνουν, εργαζόμενους που στέλνονται στα σπίτια τους, ενεργειακά δίκτυα που δοκιμάζονται, τουριστικά μνημεία που αδειάζουν, πυρκαγιές που εξαπλώνονται και ανθρώπους που πεθαίνουν επειδή η ζέστη ξεπερνά τα όρια αντοχής των σωμάτων και των πόλεων.
Η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Τερέσα Ριμπέρα το έθεσε με ασυνήθιστη ωμότητα για τα δεδομένα των Βρυξελλών. Ο καύσωνας, τόνισε, είναι μια δραματική προειδοποίηση απέναντι στους αρνητές της κλιματικής κρίσης και στα συμφέροντα της ενεργειακής βιομηχανίας που συνεχίζουν να πολεμούν την επιστήμη, την προετοιμασία και την επένδυση στην καθαρή ενέργεια. Η διατύπωσή της μπορεί να ξενίζει όσους έχουν συνηθίσει την αποστειρωμένη γλώσσα των ευρωπαϊκών θεσμών. Το περιεχόμενό της όμως δύσκολα αμφισβητείται.
Η Ευρώπη ζει ήδη την κλιματική αλλαγή. Θερμοκρασίες πάνω από τους 40 βαθμούς καταγράφονται σε χώρες όπου πριν από λίγες δεκαετίες τέτοια φαινόμενα θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητα. Η Γερμανία, η Τσεχία, η Πολωνία και η Ουγγαρία βρέθηκαν αντιμέτωπες με ιστορικά ρεκόρ ζέστης. Η Ιταλία και τα Βαλκάνια δοκιμάστηκαν από αποπνικτικές θερμοκρασίες και τον αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνέδεσε το πρώιμο κύμα καύσωνα με περισσότερους από 1.300 επιπλέον θανάτους, αριθμός που πιθανότατα θα αναθεωρηθεί όταν αποτιμηθεί πλήρως η επίπτωση της θερμικής καταπόνησης.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, λίγοι μπορούν πλέον να ισχυριστούν με σοβαρότητα ότι «δεν συμβαίνει τίποτα». Γι’ αυτό και το μέτωπο έχει μετατοπιστεί. Η άρνηση της κλιματικής αλλαγής δεν εμφανίζεται πάντα ως ευθεία αμφισβήτηση της επιστήμης. Συχνά μεταμφιέζεται σε δήθεν ρεαλισμό. Μας λέει ότι τα μέτρα είναι υπερβολικά, ότι η πράσινη μετάβαση ακριβή, ότι οι κοινωνίες δεν αντέχουν το κόστος, ότι πρέπει να περιμένουμε, να καθυστερήσουμε, να προσαρμοστούμε λίγο ακόμη στη χρήση ορυκτών καυσίμων.
Αυτή είναι όμως η πιο επικίνδυνη μορφή άρνησης. Όχι επειδή κραυγάζει πως κλιματική κρίση δεν υπάρχει, αλλά επειδή προσπαθεί να πείσει ότι η αντιμετώπισή της είναι πιο επικίνδυνη από την ίδια την κρίση. Ότι οι πολιτικές απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα είναι πρόβλημα, ενώ τα κύματα καύσωνα, οι πυρκαγιές, η ξηρασία, οι καταρρεύσεις υποδομών και οι θάνατοι είναι απλώς το τίμημα μιας πραγματικότητας στην οποία πρέπει να συνηθίσουμε.
Πίσω από αυτή την αντίσταση δεν κρύβεται κάποια ιδεολογία αλλά ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Η βιομηχανία των ορυκτών καυσίμων και οι πολιτικοί της σύμμαχοι γνωρίζουν ότι κάθε καθυστέρηση σημαίνει περισσότερα κέρδη για λίγους και μεγαλύτερο κόστος για όλους τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό και η μάχη δεν αφορά πια μόνο την επιστήμη. Αφορά το ποιος θα πληρώσει την προσαρμογή και ποιος θα κερδίσει από την αναβολή της.
Η Ισπανία, στην οποία η Ριμπέρα υπήρξε υπουργός Περιβάλλοντος, δείχνει και την άλλη πλευρά της εικόνας. Η μεγάλη ανάπτυξη της ηλιακής και αιολικής ενέργειας συνέβαλε ώστε η χώρα να διαθέτει σήμερα από τις φθηνότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρόκειται για ουτοπία. Πρόκειται για βιομηχανική, ενεργειακή και κοινωνική επιλογή.
Οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής χάνουν τη μάχη απέναντι στα θερμόμετρα. Προσπαθούν όμως να κερδίσουν τη μάχη της καθυστέρησης. Και αυτή μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καταστροφική. Γιατί κάθε χαμένο καλοκαίρι, κάθε καύσωνας που βαφτίζεται «ακραίο περιστατικό», κάθε αναβολή που παρουσιάζεται ως σύνεση, κάνει την επόμενη κρίση πιο βίαιη. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται άλλη μία προειδοποίηση για να καταλάβει τι έρχεται. Το ζει ήδη.