Live τώρα    
«Ορέστης» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο / Η παρωδία είναι νόμιμο είδος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Ορέστης» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο / Η παρωδία είναι νόμιμο είδος

Του Λέανδρου Πολενάκη

Γραμμένος στα μέσα του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο «Ορέστης» του Ευριπίδη είναι άλλο ένα εκτεταμένο σχόλιο του «τραγικώτατου των ποιητών" κατά τον Αριστοτέλη, στην «Ορέστεια» του Αισχύλου. Αν ο Ορέστης των «Χοηφόρων» κάνει το πρώτο βήμα στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και στην «προαίρεση», μη καταδεχόμενος να οχυρωθεί πίσω από τον χρησμό του Απόλλωνα και αναλαμβάνοντας ο ίδιος την ευθύνη του φόνου της μάνας του, ο ευριπιδικός, αντίθετα, κάνει ένα βήμα πίσω, κρυπτόμενος πίσω από την εντολή του θεού. Μοιάζει σαν η κοινωνία να έχει κάνει ολόκληρα βήματα πίσω και το μεγάλο όραμα του Αισχύλου να καταρρέει σε κομμάτια. Είναι σαν να διαβάζουμε το κεφάλαιο της Ιστορίας του Θουκυδίδη για την «παθολογία του εμφυλίου πολέμου», με τα ήθη των ανθρώπων αλλοιωμένα. «Πάντες φαύλοι εισίν» μας λέει ρητά ο τραγικός ποιητής σε αυτήν την τραγωδία του. Και κυριολεκτεί.

Στον «Ορέστη», μεταφέρω από το σημείωμα του προγράμματος (Γιάννα Τσόκου), «αποτυπώνεται η παρακμή της πόλης, ρημαγμένης από πολέμους και πολιτικές έριδες. Οι ήρωές του, αντιμέτωποι με το παρελθόν, βιώνουν μέσα από άγριες ενδοοικογενειακές διαμάχες το άδοξο τέλος των Ατρειδών. Ο καινοτόμος ποιητής προτείνει μια ανορθόδοξη δραματοποίηση του μύθου σε μια πολυπρόσωπη τραγωδία με ρεαλιστικά και κωμικά στοιχεία (...) Όσα διαδραματίζονται επί σκηνής, σε μια τραγωδία όπου οι περισσότεροι είναι φαύλοι, ανακαλούν στους Αθηναίους οικεία κακά. Ο Ορέστης του Ευριπίδη αποδεικνύεται ένα κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο».

Θα πρόσθετα, από την πλευρά μου, ότι η εμφάνιση του Απόλλωνα την τελευταία στιγμή, για να σώσει τον Ορέστη από το μαινόμενο πλήθος των Αργείων, σώζει, συγχρόνως, in extremis, και την τιμή της τραγωδίας. Το χυμένο αίμα εξαγοράζεται, η θυσία έχει αντίκρισμα, ο κόσμος νόημα. Δεν μπήκαμε, ακόμη, στον χώρο του «παραλόγου».

Ο Σίμος Κακάλας δίνει το έργο του Ευριπίδη ως παρωδία, στην «ειδική» μετάφραση του Τσαρούχη, και το δίνει με λόγο γνώσεως. Η παρωδία είναι νόμιμο είδος, ήδη από την εποχή της αρχαιότητας. Στην κάτω Ιταλία είχε ανθίσει ο «Κόρδακας» (κωμικός χορός) που έδωσε το όνομά του στα έργα τα οποία παρωδούσαν τις τραγωδίες. Επίσης, η ιταλιάνικη «Ατελάνικη φάρσα» διαθέτει τέτοια στοιχεία. Η σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα αφορμάται από τη θρυλική παράσταση των «Τρωάδων» του Γιάννη Τσαρούχη που δημιούργησε μύθο, για να παρωδήσει όχι την ίδια, αλλά τον μύθο της, και, μέσω αυτού, τον ίδιο τον μύθο της Μεταπολίτευσης, η οποία μας μετέφερε μια εντελώς πλαστή εικόνα της Ευρώπης... και την πιστέψαμε. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε ποιοι διαχειρίστηκαν αυτόκλητα την παράδοση δίχως να την πιστεύουν και ποιοι διαμεσολάβησαν κατ' αποκοπήν το «μοντέρνο» δίχως να το καταλαβαίνουν. Έσπειραν την πιο μεγάλη σύγχυση και θερίζουμε εμείς σήμερα τους καρπούς. Ο Τσαρούχης είναι αθώος αυτών των αμαρτημάτων. Ας όψονται όσοι τον εκμεταλλεύτηκαν.

Η παράσταση μιμείται επιτυχέστατα το μεικτό, θυμόσοφο, παιγνιώδες ύφος του σπουδαίου ζωγράφου και συναρπαστικού αφηγητή Γιάννη Τσαρούχη, συνδυάζοντας αρμονικά το λαϊκό με το λόγιο, τη φουστανέλα με το γοβάκι, τον Ροντήρη με το μπουλούκι, για να ανατρέψει στο φινάλε αυτόν τον πίνακα άρδην και να αφήσει να φανεί πίσω του το αληθινό πρόσωπο μιας εποχής και μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση. «Στίβει» το έργο, αλλά βγάζει τον χυμό του.

Τα χαρίεντα σκηνικά είναι του σκηνοθέτη και της Μάρθας Φωκά, οι εκπληκτικές μάσκες, τα κοστούμια της Μάρθας Φωκά, η έξοχη μουσική του Mohammad, οι κούκλες του Γιάννη Κατρανίτσα, οι χρηστικοί φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη.

Ο χορός, στον οποίο μετέχουν όλοι οι ηθοποιοί, είναι περισσότερο από λειτουργικός.

Η Έλενα Μαυρίδου στους τρεις ρόλους της (Ηλέκτρα, Τυνδάρεως, Φρύγας) διαπρέπει κυριολεκτικά. Ιδίως ο τελευταίος είναι ένα «κομμάτι» για ανθολογία. Οι αλλαγές της τόνων από το ψυχρό στο θερμό και από το «δι' απαγγελίας» στο «δρώντων» υποδειγματικές. Η Δήμητρα Κούζα (Χορός, Ελένη Αγγελιαφόρος, Ερμιόνη, Ελένη, ένα θεατρικό «διαμάντι». Ο Δημήτρης Λάλος, μονολεκτικά, άψογος. Ο Μιχάλης Βαλάσογλου (Μενέλαος, Πυλάδης, χορός) συνθέτει τα πολλά πρόσωπα σε ένα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0