Ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι αποφάσισε να σταθεί στο ύψος της φήμης του. «Σούπερ Μάριο» τον χαρακτηρίζει από χρόνια ο διεθνής οικονομικός Τύπος, «σούπερ» αποφάσεις ανακοίνωσε χθες έπειτα από ακόμη μια κρίσιμη συνεδρίαση του διευθυντηρίου της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη.
Η πρώτη απόφαση ήταν να ρίξει το βασικό επιτόκιο του ευρώ στο 0,05% - πιο μηδέν δεν γίνεται. Η μείωση εξέπληξε τους αναλυτές, καθώς εκτιμούσαν ότι τουλάχιστον αυτόν τον μήνα θα παρέμενε το ούτως ή άλλως χαμηλό 0,25%, αλλά σίγουρα δεν άλλαξε τον ρου της ευρωπαϊκής νομισματικής ιστορίας. Σε αντίθεση με τη δεύτερη απόφαση, που φαίνεται να σπάει ένα ταμπού στη σύντομη ιστορία της ΕΚΤ, που είχε δημιουργηθεί κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση της γερμανικής Bundesbank. Ανακοίνωσε, λοιπόν, ο Ντράγκι ότι ξεκινάει ένα πρόγραμμα αγοράς ενυπόθηκων τίτλων (ABS) και καλυμμένων ομολόγων, ένα πρόγραμμα που αποφασίστηκε στη συνεδρίαση με «άνετη» πλειοψηφία, όπως είπε, και όχι με ομοφωνία.
Τι σημαίνει αυτό; Πρώτον, ότι η ΕΚΤ θα ρίξει πάρα πολλά λεφτά στις τράπεζες – το ακριβές ποσό δεν ειπώθηκε, αλλά υπολογίζεται ότι το πρόγραμμα αγοράς μπορεί να φτάσει τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ. Θα κόψει χρήμα, δηλαδή, ελπίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες αφενός θα αντέξουν τα τεστ αντοχής, αφετέρου θα ρίξουν λεφτά στην πραγματική οικονομία. Και δεύτερον, ότι η πλειοψηφία του διευθυντηρίου της ΕΚΤ αποφάσισε να αγνοήσει τις γερμανικές επιφυλάξεις. Υπενθυμίζεται ότι πολύ πρόσφατα ο διοικητής της Bundesbank Γενς Βάιντμαν είχε ταχθεί κατά της αγοράς ABS, προειδοποιώντας ότι κρύβει νέους κινδύνους για τους φορολογούμενους πολίτες.
Μετά τη χθεσινή της απόφαση η ΕΚΤ δεν έχει πλέον άλλα περιθώρια επιτοκιακής πολιτικής - «τώρα βρισκόμαστε στο κάτω όριο» είπε ο Ντράγκι. Μπορεί, όμως, να κάνει κι άλλες κινήσεις ποσοτικής χαλάρωσης για να αναθερμάνει την ευρωπαϊκή οικονομία, όπως άφησε να εννοηθεί ο Ντράγκι, χωρίς να ανοίξει τα χαρτιά του.
Πάντως, ο «Σούπερ Μάριο» εξέφρασε χθες την αισιοδοξία του ότι η αγορά ABS και καλυμμένων ομολόγων «θα στηρίξει την παροχή πιστώσεων στην οικονομία» -θα ανοίξει τις στρόφιγγες των τραπεζικών δανείων, δηλαδή- και θα έχει σαν αποτέλεσμα να ανεβάσει τον πληθωρισμό πιο κοντά στο επιθυμητό επίπεδο του 2%. Να σημειωθεί ότι τον τελευταίο καιρό οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν έκρυβαν την αγωνία τους για τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, την ώρα που βλέπουν να αγκομαχά η μηχανή της ευρωπαϊκής ανάκαμψης. Έτσι, χθες ο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ διόρθωσαν ελαφρά προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για τον ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης το 2014, από 1% σε 0,9%, αλλά και το 2015 από 1,7% σε 1,6%. Μάλιστα, ο διοικητής της ΕΚΤ υποστήριξε ότι η ανάκαμψη στην Ευρωζώνη επιβαρύνεται από έναν συνδυασμό παραγόντων που περιλαμβάνει την υψηλή ανεργία και το μεγάλο ποσοστό αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού, τη συνεχιζόμενη αρνητική μεταβολή των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και τις αναγκαίες προσαρμογές των ισολογισμών στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.
Αν και ο Ντράγκι δεν αμφισβήτησε ούτε κατά διάνοια το Σύμφωνο Σταθερότητας, κάλεσε τα κράτη - μέλη να επωφεληθούν από την ευελιξία που προσφέρει και να εφαρμόσουν πολιτικές «περισσότερο φιλικές προς την ανάπτυξη».
Έπαινοι και υποσχέσεις από τον Ντάισελμπλουμ
Στο μεταξύ, εμφανίστηκε χθες ενώπιον της επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωβουλής, ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ με επαίνους για τη «σημαντική δημοσιονομική πρόοδο» που έχει κάνει η Ελλάδα, «χάρη στις θυσίες στις οποίες έχει υποβληθεί ο ελληνικός λαός», και με την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης εντός του 2014. Όπως συνηθίζει ο Ολλανδός υπουργός, απέρριψε την κατηγορία ότι ευθύνεται η Ευρώπη για την επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια και υποστήριξε ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας ήταν μακροχρόνια και δεν προέκυψαν λόγων των Μνημονίων. Σύμφωνα με τον Ντάισελμπλουμ, τα μείζονα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το υψηλό χρέος και η εκτόξευση της ανεργίας, απέφυγε ωστόσο να απαντήσει τόσο στο εάν η Ελλάδα θα χρειαστεί και περαιτέρω στήριξη όσο και στο τι θα γίνει με τη διαπραγμάτευση για το χρέος.
Μιλώντας για τη γενικότερη κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο πρόεδρος του Eurogroup αναγνώρισε ότι η τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης στην Ε.Ε. αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα και ότι η ανάκαμψη είναι προς το παρόν εύθραυστη και άνιση, επισημαίνοντας την ανάγκη προώθησης των διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων. Με λίγα λόγια, οι μεταρρυθμίσεις είναι το απαραίτητο προαπαιτούμενο ώστε η Ε.Ε. να επιτρέψει ευελιξία σε ένα κράτος - μέλος στα χρονοδιαγράμματα τήρησης των δημοσιονομικών στόχων. Τέλος, αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στη Γερμανία την κάλεσε να ενισχύσει την αναπτυξιακή δυναμική στην Ευρώπη, επιτρέποντας τις μισθολογικές αυξήσεις και τονώνοντας την υλοποίηση έργων υποδομής στο εσωτερικό της.