Live τώρα    
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες / Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Ο βιρτουόζος του μαγικού ρεαλισμού
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες / Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Ο βιρτουόζος του μαγικού ρεαλισμού

Μερικές ειδήσεις δεν ακούγονται έτσι απλά. Ίσως γιατί οι κοινοί θνητοί δεν αποδέχονται τη θνητότητα των σπουδαίων δημιουργών. Αυτών που μέσα από λίγες νότες, μερικές σελίδες, λίγα χρώματα κατορθώνουν να τινάξουν από το πέτο του ανθρώπου αιώνες μοναξιάς και αποξένωσης, αυτών που αγγίζουν ψυχές ανθρώπων από τη Λατινική Αμερική μέχρι τα βάθη της Ασίας και από την αυστραλιανή ώς τη γηραιά ήπειρο.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες φόρεσε την κάπα του μάγου, βούτηξε την πένα του στην καρδιά της λατινοαμερικάνικης ιστορίας και ιδιοσυστασίας και έφερε στα αναγνωστήρια του πλανήτη μια περιοχή ξεχασμένη, ανοίγοντας συνάμα την πόρτα ενός μαγικού κρυμμένου κόσμου, του δικού του, του δικού μας. Βιρτουόζος του μαγικού ρεαλισμού, διέπρεψε στα χνάρια που χάραξαν ο Μπόρχες και ο Κορτές, με τα βιβλία του το λογοτεχνικό είδος που υπηρέτησε γνώρισε διεθνή δημοφιλία, ενώ ο ίδιος κατέλαβε σημαντική θέση στα πεπραγμένα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ένα Νόμπελ επίσης. Αυτονοήτως θλίψη απλώθηκε σε κάθε γωνιά της γης όπου διαβάστηκαν τα έργα του, τη Μεγάλη Πέμπτη. "Στα χρόνια της χολέρας" ανθίζει ο θάνατος. Το μαντάτο του τέλους έφτασε σαν την "Είδηση μιας απαγωγής" ενός οικείου αγαπημένου ή πιο απλά σαν "χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου" αφού ο καρκίνος των λεμφαδένων τον ταλαιπωρούσε από το 1999 ενώ τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου το 2004, ζούσε αποτραβηγμένος. Αρχηγοί κρατών, πλανητάρχες, επώνυμοι του σταρ σύστεμ, κυρίως όμως εκατομμύρια αναγνώστες του ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσουν για τον συγγραφέα που θαύμασαν. Την ώρα που η σορός του αποτεφρωνόταν, την ίδια τη μέρα του θανάτου του, στο Μεξικό όπου εγκαταστάθηκε από τη δεκαετία του '60 και έζησε ώς το τέλος, η γενέτειρά του Κολομβία κήρυσσε τριήμερο εθνικό πένθος προς τιμήν του. Οι δυο χώρες αποχαιρέτησαν από κοινού τον μεγάλο συγγραφέα στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Καλών Τεχνών της Πόλης του Μεξικού παρούσης της οικογένειάς του, των προέδρων των δύο χωρών και χιλιάδων αναγνωστών του. Σήμερα, που γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου, η κυβέρνησης της Κολομβίας προγραμματίζει ανάγνωση του μυθιστορήματος Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει σε βιβλιοθήκες, πάρκα και εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.

Θεωρούσε δασκάλους του τον Κάφκα, τον Φώκνερ, τη Βιρτζίνια Γουλφ και συνομιλητές του τους Λατινοαμερικανούς σύγχρονούς του συγγραφείς, ασκούσε τον ρόλο του διανοούμενου που δεν περιχαρακώνεται στα στενά όρια της λογοτεχνίας, ωστόσο κρατούσε για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό του "παραμυθά". Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε το 1928 στην Αρακατάκα, έναν παραλιακό χωριό της Κολομβίας, και το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά τις σπουδές του στα νομικά και τις πολιτικές επιστήμες. Την ίδια χρονιά, η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο "Η Τρίτη Παραίτηση". Μετακομίζοντας στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών το 1948 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελ Ουνιβερσάλ. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη.

Το πρώτο μυθιστόρημά του, Τα νεκρά φύλλα, εκδόθηκε το 1955 και ακολούθησαν τα έργα Κακιά ώρα, Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει και Η κηδεία της Μεγάλης Μάμα.

Το 1967 κυκλοφόρησε το έργο Εκατό χρόνια μοναξιά, το μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας.

Στο τεράστιο έργο του, που το 1982 του χάρισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συμπεριλαμβάνονται και τα μυθιστορήματα: Το φθινόπωρο του πατριάρχη, Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων, Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου, Το φως είναι σαν το νερό, Το ευτυχισμένο καλοκαίρι της κυρίας Φορμπς, Η είδηση μιας απαγωγής, Ο στρατηγός μες στο λαβύρινθό του, Η περιπέτεια του Μιγκέλ Λιττίν, Κακιά ώρα κ.ά.

"Πολλά χρόνια αργότερα, καθώς αντιμετώπιζε το εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θυμήθηκε εκείνο το μακρινό απόγευμα όταν ο πατέρας του τον πήρε μαζί του για να ανακαλύψει τον πάγο...". Είναι η φράση με την οποία ξεκινούν τα Εκατό χρόνια μοναξιά. Διδάσκεται στα πανεπιστήμια και στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, ως υποδειγματική αρχή μυθιστορήματος. Βέβαια, όταν στις αρχές του 1966 ο Μάρκες έστελνε το χειρόγραφο του βιβλίου στον εκδοτικό οίκο Sudamericana, μάλλον δεν μπορούσε να υποψιαστεί τι θα ακολουθούσε. Αυτό που ήξερε σίγουρα ο συγγραφέας εκείνη τη στιγμή ήταν ότι διέθετε 25 πέσος όλα κι όλα. Γι' αυτό έστειλε στον εκδότη του μόνο το μισό χειρόγραφο. Το άλλο μισό ακολούθησε μετά από μερικές εβδομάδες, αφού η οικογένεια Μάρκες έβαλε ενέχυρο τα υπόλοιπα από τα υπάρχοντα που της είχαν απομείνει. Το βιβλίο διαδόθηκε αμέσως από στόμα σε στόμα και σε δύο μόλις εβδομάδες είχαν πουληθεί τα 8.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης. Είχε ήδη προαναγγελθεί αυτό που θα ακολουθούσε. Το βιβλίο έμελλε να μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του πλανήτη, και να οδηγήσει στη βράβευση του Μάρκες με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η μαεστρία του Μάρκες, ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε τον μαγικό ρεαλισμό, ανέδειξαν τα Εκατό χρόνια μοναξιάς σε ένα από τα κορυφαία αναγνώσματα του 20ού αιώνα. Η τραγική πορεία του ήρωα της ελευθερίας Αουρελιάνο Μπουενδία, από την ώρα της υπέρτατης προσφοράς ώς τη στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης, αποτύπωσε την τραγική διαδρομή των δύο αιώνων ιστορίας της Λατινικής Αμερικής. Και κάτι παραπάνω, αυτό που εύγλωττα περιέγραψε στην περίφημη ομιλία του στη Στοκχόλμη καθώς παραλάμβανε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, στο απόσπασμα που μετέφρασε η Έφη Γιαννοπούλου. Έλεγε, λοιπόν, τότε: "Τολμώ να σκεφτώ πως αυτό που κέρδισε φέτος την προσοχή της Σουηδικής Ακαδημίας των Γραμμάτων είναι αυτή η παράξενη πραγματικότητα και όχι μόνο η λογοτεχνική έκφρασή της. Μια πραγματικότητα που δεν περιορίζεται στο χαρτί, αλλά ζει μαζί μας και καθορίζει κάθε στιγμή τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους μας, και που τροφοδοτεί μιαν ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας, γεμάτη δυστυχία και ομορφιά, της οποίας αυτός εδώ ο περιπλανώμενος και νοσταλγικός Κολομβιανός δεν είναι παρά ένας ακόμα αριθμός που ευλογήθηκε περισσότερο από την τύχη. Ποιητές και ζητιάνοι, μουσικοί και προφήτες, πολεμιστές και κατεργάρηδες, όλα τα πλάσματα αυτής της εξωφρενικής πραγματικότητας, δεν χρειάστηκε να ζητήσουμε παρά κάτι ελάχιστο από τη φαντασία, γιατί για μας η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η ανεπάρκεια των συμβατικών μέσων προκειμένου να κάνουμε τη ζωή μας πιστευτή. Αυτός είναι, φίλοι μου, ο κόμπος της δικής μας μοναξιάς".

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0