Η αλβανική παρουσία στην Ελλάδα, τριάντα πέντε χρόνια μετά το 1991, δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια μονοσήμαντη αφήγηση «ένταξης». Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, όπου διασταυρώνονται σχέσεις εξουσίας, αποκλεισμοί και διεκδικήσεις, εμπειρίες βίας αλλά και πρακτικές αλληλεγγύης, πολιτισμικές μεταφορές αλλά και επίμονες ρατσιστικές ιεραρχήσεις. Η διαδρομή αυτών των δεκαετιών δείχνει ότι πέρα από τους ίδιους τους μετανάστες και τις μετανάστριες, η συζήτηση αφορά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία ορίζει τον εαυτό της, τις αντοχές της δημοκρατίας της και τα όρια της δημόσιας μνήμης της.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και το αφιέρωμα του νέου, 26ου τεύχους του Αρχειοταξίου, του ετήσιου περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), με τίτλο «Αλβανική μετανάστευση στην Ελλάδα: παρελθόν και παρόν», στο οποίο γράφουν οι Μάνος Αυγερίδης, Λίνα Βεντούρα, Έντα Γκέμη, Δήμητρα Γκίτσα, Γιάννης Γκολφινόπουλος, Χριστίνα Γκρομπάλλι, Πέτρος Καρατσαρέας, Rexhina Ndoci, Ιλιρίντα Μουσαράι, Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Gilles de Rapper και Ερβίν Σέχου. Αφετηρία του υπήρξε το εγχείρημα συγκρότησης του Αρχείου Αλβανικής Μετανάστευσης στα ΑΣΚΙ, όχι ως μια ουδέτερη ενότητα τεκμηρίων, αλλά ως μια συνειδητή πολιτισμική και πολιτική πράξη: μια παρέμβαση απέναντι στις σιωπές, στα στερεότυπα και στις ανισότητες του «δικαιώματος στην ιστορία».
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς «ενσωματώθηκαν» οι Αλβανοί και οι Αλβανίδες μετανάστες και μετανάστριες στην Ελλάδα, αλλά και πώς συγκροτήθηκαν οι ίδιοι οι όροι αυτής της συζήτησης. Το αφιέρωμα στρέφεται στις καταγωγικές αφηγήσεις, στις έμφυλες εμπειρίες της πρώτης γενιάς, στις καθημερινές πρακτικές διεκδίκησης χώρου και φωνής, αλλά και στις συλλογικές μορφές οργάνωσης που συνέβαλαν στη συγκρότηση της μνήμης και ενός κοινού ανήκειν στη διασπορά. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επανεξέταση του αντιαλβανικού πογκρόμ του 2004, με αφορμή τον ποδοσφαιρικό αγώνα Αλβανίας-Ελλάδας, όχι ως μεμονωμένου επεισοδίου, αλλά ως μηχανισμού αναπαραγωγής κοινωνικών ιεραρχιών και ως δοκιμασίας της δημόσιας μνήμης.
Σήμερα, καθώς η δεύτερη γενιά διαμορφώνει νέες τροχιές κινητικότητας και διεθνικότητας, η συζήτηση μετατοπίζεται εκ νέου. Ακόμη και η Τέχνη αναδεικνύεται σε χώρο «αντι-μνήμης», όπου η δημιουργικότητα λειτουργεί ως αρχείο για τις επόμενες γενιές. Και ίσως εκεί βρίσκεται το βαθύτερο πολιτικό διακύβευμα: να συζητήσουμε μια μεταναστευτική ιστορία στην πολυπλοκότητα και τις πολλαπλές όψεις της, αλλά και να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η ιστορία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Το δεύτερο, μικρότερο αφιέρωμα του τεύχους λειτουργεί ως μια ελάχιστη χειρονομία αναγνώρισης, ένα στοιχειώδες ευχαριστώ στην Ξανθίππη Μίχα, η οποία επί 25 χρόνια πρόσφερε απλόχερα την καλλιτεχνική της ευαισθησία στο Αρχειοτάξιο. Παράλληλα, το τεύχος φιλοξενεί άρθρα για κρίσιμες στιγμές και μνήμες του Εμφυλίου, την εμπειρία των φυματικών εξορίστων και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα στη Μεταπολίτευση, ενώ ανοίγεται και σε σύγχρονα ζητήματα, όπως η υποδοχή των προσφύγων στην Ελλάδα και η πρόσφατη «ανακάλυψη» των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944. Η ύλη συμπληρώνεται από τα Αρχειολογήματα, τις Αναγνώσεις και το ιδιαίτερα πλούσιο Χρονικό των ΑΣΚΙ.
* Ο Μάνος Αυγερίδης είναι ιστορικός, διευθυντής των ΑΣΚΙ

Το ιεραρχικό σχήμα οικοδεσπότη/φιλοξενούμενου*
Οφείλω να φέρω ένα παράδειγμα από την καθημερινότητα της σχέσης μεταξύ του οικοδεσπότη και του φιλοξενούμενου, για να γίνει κατανοητή η μορφή αυτής της ιεραρχικής δομής. Συχνά τα καλοκαίρια πηγαίνω σε ένα χωριό του νομού Ηλείας. Συχνάζω σε ένα καφενείο, όπου δουλεύει μια κοπέλα από την Αλβανία, η Αλκέτα. Μεταξύ μας πάντα μιλάμε στα αλβανικά - κάτι που προκαλεί δυσαρέσκεια στους θαμώνες. Ο πρόεδρος του συλλόγου του χωριού τής είχε πει μια μέρα: «Μη μιλάς αλβανικά στο καφενείο! Αλβανικά στη χώρα σου! Εδώ είμαστε στην Ελλάδα!». Η προσταγή αυτή πυροδότησε τη δική της αγανάκτηση. Για αυτό, κάθε φορά που με βλέπει, χαίρεται και μου απευθύνεται στα αλβανικά, επιδεικτικά, μπροστά στους θαμώνες, και εγώ ανταποκρίνομαι με το παραπάνω.
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα ο οικοδεσπότης απαιτεί την απαλοιφή της πολιτισμικής ταυτότητας του άλλου, ενώ ο φιλοξενούμενος διεκδικεί τη διατήρησή της. Ωστόσο ο οικοδεσπότης είναι αυτός που καθορίζει τους όρους υποδοχής και φιλοξενίας. Ουσιαστικά παραχωρεί φιλοξενία στον βαθμό που λαμβάνει το αντάλλαγμά του. Πρόκειται για το σχήμα εμείς/άλλοι, που στην πραγματικότητα υποδηλώνει την ηθική και νοηματική υποταγή του φιλοξενούμενου στον οικοδεσπότη. Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να γίνει κατανοητή και η έκφραση -τόσο κοινότοπη στην Ελλάδα- «σαν στο σπίτι σου», η οποία, αναπαράγοντας έναν τύπο υπερβολικής εγκαρδιότητας, υποδηλώνει στην πραγματικότητα μια ειρωνική αντιστροφή: σαν στο σπίτι σου, αλλά να μην ξεχνιόμαστε· αυτό είναι το δικό μου σπίτι. [...]
* [Προδημοσίευση από το άρθρο του Ερβίν Σέχου «Δύο ή τρία πράγματα που δεν ξέραμε για την αλβανική μετανάστευση»]
