Δεν είναι για όλους. Στην πραγματικότητα, μπορείς να καταλάβεις πολλά για τους ανθρώπους απ’ αυτό που βλέπουν στη μουσική του Tom Waits. Η καριέρα του είναι μια μουσική δοκιμασία. Κάποιοι σε αυτήν βλέπουν χυμένο μελάνι. Άλλοι βλέπουν φανταστικές χίμαιρες. Είναι ένας από εκείνους τους καλλιτέχνες που ή τους αγαπάς ή τους μισείς και το μεγάλο χάσμα μεταξύ ημών και αυτών είναι πάντα η φθαρμένη φωνή του.
Πρωτοεμφανίστηκε πριν από το πανκ και την ντίσκο, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Τα πρώτα του άλμπουμ -με τη δισκογραφική Asylum του David Geffen- ήταν τα «Closing Time» και «The Heart of Saturday Night», όταν οι πιο δημοφιλείς καλλιτέχνες της εποχής ήταν οι Crosby, Stills, Nash & Young, Joni Mitchell και James Taylor. Καλλιτέχνες που έμειναν κοντά στη γη και συχνά προέρχονταν απ’ τη φολκ μουσική ή ροκ μουσικοί με μιαν αίσθηση γλυκύτητας, που έφτανε στα όρια της μελαγχολίας. Σε πλήρη αντίθεση με όλους τους, ο Tom αναδύθηκε σαν ένα φάντασμα από κάποιο σκοτεινό σοκάκι, όπως ένας μεθυσμένος ιεροκήρυκας με κηρύγματα για τη δόξα της νυχτερινής ζωής. Ως έφηβος, στο San Diego, βυθίστηκε στη μουσική του Dylan, στα γραπτά του Jack Kerouac και στην ποίηση της Beat γενιάς της δεκαετίας του 1950.

Συναρπαστικός αφηγητής
Από αυτές τις επιρροές ο Waits δημιούργησε έναν δικό του, εντελώς προσωπικό ήχο που έχει τον απόλυτο έλεγχο της τέχνης του. Σαν ένας συναρπαστικός αφηγητής που μπορεί να μας πει ιστορίες καθώς χτυπάει τη χορδή της αλήθειας στο πιάνο του που «έχει πιει» (the piano has been drinking). Και μετά έρχεται ξαφνικά με μια συγκινητική εκδοχή του «Somewhere» από το «West Side Story» ή την ηχώ του στοιχειωμένου φαντάσματος του Hank Williams στο «Blind Love» από το άλμπουμ του «Rain Dogs» του 1987. Ό,τι κι αν πείτε, ο Waits δεν ήταν ο «νέος Dylan» της δεκαετίας του 1970, ήταν το άθροισμα όλων όσων είχε βιώσει στη ζωή του στον δρόμο προς την πρωτοτυπία, έχοντας πάρει τολμηρά καλλιτεχνικά ρίσκα που έχουν αποδώσει μαγικά, εδώ και δεκαετίες.
Παράλογα κωμικός γελωτοποιός
Την ιστορία του Tom Waits είναι δύσκολο να την πει κανείς. Δεν γνωρίζουμε πολλά για το ποιος είναι ως άνθρωπος επειδή προστατεύει την ιδιωτικότητά του σαν χρυσό. Στον παραπάνω από μισό αιώνα που έχει περάσει από τότε που αναδύθηκε από την εύφορη μουσική σκηνή της Νότιας Καλιφόρνια, με το μοναδικό φολκ τζαζ στιλ του, σπάνια έχει δώσει συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους και ποτέ σε κάποιον βιογράφο.
Ο Waits ήταν από την αρχή ένας δεξιοτέχνης της «performance art». Υιοθέτησε τον χαρακτήρα του μεθυσμένου, υπολογιστικού, χαζού και συνάμα έξυπνου απατεώνα. Για 50 χρόνια ο μόνος Tom Waits που έχουμε δει δημόσια είναι κάποια παραλλαγή αυτού του φανταστικού χαρακτήρα, που έχει πρωταγωνιστήσει σε σχεδόν 40 ταινίες, και αυτόν υποδύεται πάντα. Αυτός ο παράλογα κωμικός γελωτοποιός είναι ο μόνος Τομ Γουέιτς που γνωρίζουμε.
Ένα από την καρδιά
Η μουσική του καριέρα ξεκίνησε όταν υπέγραψε το συμβόλαιό του με την Asylum Records, το 1972. Στο υπόλοιπο της δεκαετίας του 1970 ένα cult νεανικό κοινό τον αγκάλιασε, χάρη σε κάποια άλμπουμ που δέχτηκαν εξαιρετικές κριτικές, αρκετές εξαντλητικές διεθνείς περιοδείες και μπόλικες τηλεοπτικές εμφανίσεις, υποδυόμενος τον beatnik γέρο-Tom. Δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα, συχνά απογοητευόταν από τη μουσική του καριέρα, μέχρι τη στιγμή που ο φίλος του Sylvester Stallone του πρόσφερε μια ανάσα φρέσκου αέρα.
Το 1978, ο Stallone ανέθεσε στον Tom Waits έναν μικρό ρόλο στην ταινία «Paradise Alley». Πήγε αρκετά καλά ώστε ο Waits, αφού ολοκλήρωσε το συμβόλαιό του με την Asylum, το 1980 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με μια ιδέα για ένα θεατρικό έργο που ήθελε να γράψει. Έμεινε εκεί μόνο για λίγες εβδομάδες. Μέχρι που ο Francis Ford Coppola του πρότεινε να επιστρέψει στο LA και να γράψει το soundtrack για τη νέα του ταινία, το «One From the Heart».
Ο Coppola έστησε ένα γραφείο για τον Tom στα Zoetrope Studios, όπου γνώρισε μια βοηθό επιμελήτρια ονόματι Kathleen Brennan, την οποία παντρεύτηκε πριν ακόμα ξεκινήσει τη νέα του δουλειά. Ο Tom Waits εξασφάλισε υποψηφιότητα για το Όσκαρ με τη μουσική του «One From the Heart», ενώ ο Coppola τον επέλεγε τακτικά για τις ταινίες του τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας μια επιτυχημένη παράλληλη καριέρα για τον Tom.
Γκρεμισμένες διαδρομές
Χρησιμοποιώντας την ξεχωριστή βραχνή φωνή του, ο Waits δημιουργεί μεθυσμένες μπαλάντες σχεδιασμένες να παίζονται χαμηλά στις 3 το πρωί. Μελωδίες που μπορεί να αντηχούν από τις γκρεμισμένες διαδρομές ενός εγκατελειμμένου, στοιχειωμένου καρναβαλιού. Το δικό του ύφος είναι εκλεκτικό, συνδυάζοντας τα μπλουζ, την τζαζ, το καμπαρέ και πολλά άλλα. Αυτό το ξεχωριστό, το αλάνθαστο στιλ του, ξεπερνά τα μουσικά επιτεύγματά του, βρίσκοντας τον δρόμο του στην υποκριτική στις περίπου δύο δωδεκάδες εμφανίσεις του σε κινηματογραφικές ταινίες.
Ο πρώτος μεγάλος ρόλος του θα πηγάσει το 1986 από το φιλμ του Jim Jarmusch «Down by Law». Η ταινία, η οποία διαδραματίζεται στη Λουιζιάνα, ακολουθεί τρεις κατάδικους -τον John Lurie, τον Roberto Benigni και τον Tom Waits- οι οποίοι δραπετεύουν. Για άλλη μια φορά ο Waits φαίνεται να υποδύεται μια παραλλαγή του εαυτού του ή μάλλον εκείνου του εαυτού που έχτισε στη διάρκεια της μουσικής του καριέρας.

Τα καλύτερα βινύλια του Tom
Υπήρξα θαυμαστής του από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Μου άρεσε το χιούμορ του και εκτίμησα τη μουσική του που ακουγόταν όπως σε παλιά νουάρ ραδιοφωνικά έργα. Ας ρίξουμε μια ματιά στους δίσκους του από τα χρόνια της Asylum (1973-1980)
Το «Closing Time» (1973) είναι το πρώτο άλμπουμ του Tom Waits, σε παραγωγή του πρώην πιανίστα των Lovin’ Spoonful, του Jerry Yester, πριν ο Waits υιοθετήσει την περσόνα του beatnik με τη βραχνή φωνή. Περιέχει κυρίως χαμηλών τόνων τζαζ-φολκ κομμάτια με τον Waits στο πιάνο. Η δε αξία του «Closing Times» έγκειται στην ιστορία του, όχι στη μουσική του. Το εναρκτήριο κομμάτι, «Ol’ 55», κυκλοφόρησε ως single μέχρι που οι Eagles το διασκεύασαν στο άλμπουμ «On the Border» του 1974.
Το «The Heart of Saturday Night» (1974) είναι το δεύτερο άλμπουμ του Waits, το πρώτο του με παραγωγό τον Bones Howe. Ο Howe, ο οποίος θα γινόταν ο παραγωγός του Waits για τα υπόλοιπα άλμπουμ στην Asylum, καθώς και για το soundtrack LP «One From the Heart» του 1982 για την Columbia, δυναμώνει το ύφος του βάζοντας σαφώς σκληρότερο ήχο στο τζαζ lounge. Ο «Beatnik Tom» αρχίζει να ξεπροβάλλει.
Το «Nighthawks at the Diner» (1975) είναι το τρίτο άλμπουμ του Tom Waits. Εδώ συναντάμε για πρώτη φορά τον απατεώνα με τη βραχνή φωνή, την εμβληματική του περσόνα. Ηχογραφήθηκε ζωντανά σε στούντιο, με ένα μικρό κοινό. Ο Waits δίνει ό,τι μπορεί για να καθιερώσει αυτόν τον νέο χαρακτήρα. Ξεκινάει σχεδόν κάθε τραγούδι μ’ έναν από τους χαρακτηριστικούς του κωμικούς μονολόγους. Η μουσική με πιάνο, τενόρο σαξόφωνο, κοντραμπάσο και snare drum με «σκουπάκια» είναι καθαρό τζαζ-lounge swing, με τον Waits να παίζει περιστασιακά ακουστική κιθάρα. Είναι αρκετά διασκεδαστικό, με μόνο πραγματικό «πρόβλημα» να είναι η διάρκεια των 74 λεπτών.
Το «Small Change» (1976) είναι το τέταρτο άλμπουμ του Tom Waits, το δεύτερο στη σειρά που ηχογραφήθηκε ζωντανά στο στούντιο απευθείας σε μια κασέτα, χωρίς post production. Το εναρκτήριο κομμάτι «Tom Traubert’s Blues» με γοήτευσε αμέσως με την αναφορά του στο «Waltzing Matilda» στο ρεφρέν. Ένα άλλο κλασικό κομμάτι του Waits, το «The piano has been drinking (not me)», είναι εδώ.
Το «Foreign Affairs» (1977), πέμπτος δίσκος του Waits, είναι όλο πιάνο, μπάσο και ντραμς, με αρκετά σόλο κλαρινέτου, τρομπέτας και σαξόφωνου. Αξίζει το «Never talk to strangers», ένα ντουέτο με την Bette Midler, για δύο μοναχικούς κυνικούς που γνωρίζονται πίνοντας στο μπαρ της γειτονιάς. Σχεδόν όλα σε αυτό το άλμπουμ είναι δυνατά, εκτός από το 8λεπτο «Potter’s Field», στην κορυφή της δεύτερης πλευράς.
Στο «Blue Valentine» (1978), το έκτο του άλμπουμ, ο Waits για πρώτη φορά γίνεται ηλεκτρισμένος. Ένα απ’ τα αγαπημένα μου τραγούδια είναι εδώ: το «Christmas card from a hooker in Minneapolis», η σπαρακτική αφήγηση μιας ζωής που πήγε στράφι. Η διασκευή του «Somewhere» (West Side Story) θα ήταν ένα εξαιρετικό εναρκτήριο κομμάτι, αν δεν είχε φορτωθεί ενορχηστρωτικά με υπερβολικά πολλά έγχορδα.
Το «Heartattack and Vine» (1980), τελευταίο άλμπουμ του Waits για την Asylum, είναι μακράν το καλύτερο άλμπουμ της εποχής του. Μια ηλεκτρική κιθάρα είναι στο επίκεντρο, και η lounge jazz δίνει τη θέση της σε μερικές δυνατές μπλουζ πινελιές. Το πρώτο τέλειο άλμπουμ του. Τα κομμάτια «Saving all my love for you» και «Jersey Girl» (αργότερα διασκευασμένο από τον Bruce Springsteen) ξεχωρίζουν, μαζί με το instrumental «Heartattack and Vine». Αυτός ο δίσκος είναι αποκαλυπτικός, ίσως ο καλύτερος για να ξεκινήσει κανείς να ακούει τη μουσική του Tom Waits.
