Η κατάσταση που διαμορφώνεται στα ελληνικά αεροδρόμια, όπως αυτό της Ζακύνθου, με αφορμή την εφαρμογή του νέου Συστήματος Εισόδου-Εξόδου (EES) της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδεικνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο την απουσία έγκαιρου σχεδιασμού και προετοιμασίας από πλευράς της ελληνικής κυβέρνησης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα προβλήματα εμφανίζονται σε μια χώρα η οποία στηρίζει μεγάλο μέρος της οικονομίας της στον τουρισμό. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ και το «Επιτελικό Κράτος» όφειλε να έχει εξασφαλίσει ότι η εφαρμογή των νέων ελέγχων δεν θα μετατρεπόταν σε αιτία ταλαιπωρίας για χιλιάδες επισκέπτες, όπως για τους Βρετανούς επισκέπτες που αποτελούν διαχρονικά μία από τις σημαντικότερες τουριστικές αγορές.
Οι πρόσφατες επισημάνσεις της Frontex ότι ορισμένα κράτη έχουν διαθέσει τους απαραίτητους πόρους και διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα τη διαδικασία, ενώ άλλα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες, εγείρει εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο η ελληνική πλευρά έκανε εγκαίρως τις αναγκαίες επενδύσεις σε προσωπικό, υποδομές και τεχνολογικό εξοπλισμό. Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι η μετάβαση στο νέο καθεστώς ελέγχων απαιτούσε πολυετή προετοιμασία, επαρκή στελέχωση, σύγχρονες υποδομές και σημαντικούς τεχνολογικούς πόρους.
Εξαιρετικά αποκαλυπτικές είναι οι δηλώσεις του προέδρου της Ένωσης Ξενοδόχων Ζακύνθου, ο οποίος περιγράφει μια κατάσταση πλήρους αδυναμίας διαχείρισης, με τους εμπλεκόμενους φορείς να μεταθέτουν ο ένας στον άλλον την ευθύνη. Η επισήμανσή του ότι «δεν έχουμε αποκτήσει την ευελιξία που θα έπρεπε για να ανταποκρινόμαστε στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες του τουριστικού προϊόντος» αποτυπώνει με ακρίβεια το κεντρικό πρόβλημα: την απουσία αντανακλαστικών, προνοητικότητας και αποτελεσματικού συντονισμού.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι οι κίνδυνοι αυτοί είχαν επισημανθεί εγκαίρως. Ευρωπαϊκοί φορείς του αεροπορικού και ταξιδιωτικού κλάδου, όπως η ABTA και η Airports Council International (ACI), είχαν προειδοποιήσει ότι η εφαρμογή του EES θα μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις που θα έφταναν σε περιόδους αιχμής ακόμα και τις πέντε ώρες αναμονής.
Με δύο κοινοβουλευτικές ερωτήσεις που καταθέσαμε προς τους αρμόδιους υπουργούς, διατυπώσαμε εύλογες ανησυχίες σχετικά με την πραγματική ετοιμότητα των συνοριακών σταθμών, των αεροδρομίων και των λιμένων της χώρας θέτοντας ερωτήματα για την επάρκεια προσωπικού, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διαχείριση περιόδων αιχμής, τη δυνατότητα προσωρινών προσαρμογών στη λειτουργία του συστήματος και τη χρήση εργαλείων προ-καταχώρισης στοιχείων.
Με την πρώτη, από 3 Μαρτίου 2026, κοινοβουλευτική ερώτησή μας, με θέμα την «Ετοιμότητα των συνοριακών σταθμών και αεροδρομίων της χώρας ενόψει της πλήρους εφαρμογής του Συστήματος Εισόδου-Εξόδου (EES)» ζητήσαμε σαφείς απαντήσεις σχετικά με την ετοιμότητα των συνοριακών σταθμών, των αεροδρομίων και των λιμένων της χώρας ενόψει της πλήρους εφαρμογής του Συστήματος Εισόδου-Εξόδου (EES) της European Union, και με την δεύτερη, από 2 Ιουνίου πρόσφατη κοινοβουλευτική μας ερώτηση με θέμα «Κίνδυνος για τον τουρισμό στην Βόρεια Ελλάδα με ευθύνη της κυβέρνησης της Ν.Δ. - Χαοτική η κατάσταση στα χερσαία σύνορα και ολική αδυναμία εφαρμογής του Συστήματος Εισόδου-Εξόδου (EES)» αναδείξαμε το κυβερνητικό φιάσκο στα χερσαία σύνορα κατά την εφαρμογή του νέου σύστημα Εισόδου – Εξόδου (Entry/Exit System – EES).
Η ομαλή εφαρμογή του EES δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική υποχρέωση έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί ζήτημα εθνικής αξιοπιστίας, απόδειξη αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και παράγοντα ενίσχυσης της εικόνας και κατά συνέπεια της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού Τουρισμού.