Με το που σηκώθηκε η αυλαία της 76ης Μπερλινάλε ξεκίνησε μια έκρυθμη κατάσταση ανάμεσα σε εκπροσώπους του Τύπου και κινηματογραφιστές, με αφορμή την ομολογουμένως αμήχανη απάντηση του προέδρου της κριτικής επιτροπής Βιμ Βέντερς στην συνέντευξη Τύπου, που ανέφερε: «Πρέπει να μείνουμε εκτός πολιτικής, γιατί αν κάνουμε ταινίες με πολιτικό χρώμα τότε μπαίνουμε στην πολιτική αρένα. Το σινεμά πρέπει να είναι το αντίβαρο. Οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι με πολιτικό τρόπο». Ακόμη κι αν ο έμπειρος σκηνοθέτης ήθελε να πει ότι δεν μπορεί ένα Φεστιβάλ να πάρει σύσσωμο μια κοινή στρατευμένη θέση και οφείλει να ευνοεί την πολυφωνία και να γεννάει διάλογο, τότε απέτυχε - και δικαίως προκάλεσε μια σειρά τριγμών που οδήγησαν μέχρι και σε αποχωρήσεις. Η Εύα Πουστσίνσκα, παραγωγός της «Ζώνης Ενδιαφέροντος», απάντησε λέγοντας: «Το σινεμά κάνει τον θεατή να σκέφτεται. Όμως δεν είμαστε υπεύθυνοι για το πώς θα τοποθετηθεί πολιτικά. Και υπάρχουν κι άλλες γενοκτονίες που συμβαίνουν στον κόσμο για τις οποίες δεν μιλάμε. Οπότε η ερώτησή σας δεν μπορεί να απαντηθεί απλοϊκά».
Σκιές, φωνές και καταγγελίες εκφοβισμού
Η πρώτη ισχυρή αντίδραση ήρθε από την Αρουντάτι Ρόι, η οποία μάχεται διαχρονικά το Ισραήλ. Η Ινδή σκηνοθέτιδα δήλωσε: «Έχω θορυβηθεί από τις θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης σχετικά με την Παλαιστίνη, αλλά πάντοτε λάμβανα αλληλεγγύη όταν μιλούσα σε γερμανικό κοινό για τη γενοκτονία. Αυτό ήταν που με έκανε να παρευρεθώ. Όμως οι δηλώσεις της κριτικής επιτροπής ήταν ασυνείδητες». Και κατέληξε λέγοντας: «Αν οι σημαντικότεροι κινηματογραφιστές της εποχής μας δεν μπορούν να υψώσουν τη φωνή τους, να ξέρουν ότι η ιστορία θα τους κρίνει».
Η πρόεδρος του Φεστιβάλ Τρίσια Τατλ υπερασπίστηκε τον Βέντερς με μια ψύχραιμη ανακοίνωση που ανέφερε: «Οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να εκφράζονται με όποιον τρόπο επιλέγουν. Δεν πρέπει να αναμένεται να τοποθετούνται για κάθε πολιτικό ζήτημα, εκτός αν το επιθυμούν. Οι κινηματογραφιστές επικρίνονται αν δεν απαντήσουν και επικρίνονται αν απαντήσουν και δεν πουν αυτό που μας αρέσει. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να εκφραστεί κανείς πολιτικά και οι ατομικές προσεγγίσεις διαφέρουν σημαντικά». Ενώ κατέληξε λέγοντας: «Φέτος υπάρχουν 278 ταινίες με διαφορετικές οπτικές. Υπάρχουν ταινίες για τη γενοκτονία, για τη σεξουαλική βία στον πόλεμο, για τη διαφθορά, για την πατριαρχική βία, για την αποικιοκρατία ή την κρατική εξουσία. Υπάρχουν δημιουργοί εδώ που έχουν βιώσει βία στη ζωή τους, που μπορεί να αντιμετωπίζουν φυλάκιση ή εξορία εξαιτίας των έργων ή των θέσεων τους. Δεν υπάρχει δημιουργός που προβάλλεται εδώ και που δεν παίρνει στα σοβαρά τα δικαιώματα, τις ζωές και την τεράστια οδύνη των ανθρώπων στη Γάζα, στο Κονγκό, στο Σουδάν, στο Ιράν, στην Ουκρανία, στη Μινεάπολη και σε πολλά άλλα μέρη».
Από την ουδετερότητα στις δημόσιες συγκρούσεις
Η κατάσταση εξακολούθησε να είναι έκρυθμη και η συνέχεια δόθηκε με μια ανοιχτή επιστολή 80 δημιουργών από όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους η Τίλντα Σουίντον και ο Χαβιέρ Μπαρδέμ, που διαμαρτύρονται για την ουδέτερη στάση και τις σχέσεις που διατηρεί το Φεστιβάλ με το Ισραήλ. Η επιστολή κάνει λόγο για πρακτικές εκφοβισμού και αναφέρει: «Αναμένουμε την άρνηση κάθε μορφής συνενοχής και εκφράζουμε την ανησυχία μας για τη λογοκρισία καλλιτεχνών που αντιτίθενται στη γενοκτονία των Παλαιστινίων». Λίγο μετά τη δημοσιοποίηση, η Τρίσια Τατλ τόνισε το πόσο επικίνδυνα είναι αυτά για έναν θεσμό που προσπαθεί να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο για την Τέχνη, ενώ δήλωσε ότι «το Φεστιβάλ οφείλει να παρέχει χώρο στους δημιουργούς να μιλούν για το έργο τους, χωρίς να γίνονται οι ίδιοι το επίκεντρο. Αυτό, προφανώς, δεν ικανοποίησε τους ακτιβιστές που θέλουν να πούμε αυτό ακριβώς που θέλουν και οτιδήποτε λιγότερο οδηγεί σε διαρκή παρενόχληση και παραπληροφόρηση».
