«Δεν υπάρχει τίποτε από όλα όσα έχουν συμβεί που να μην συμβαίνει τώρα»
(Αισχύλου, «Αγαμέμνων»)
Το πιο πάνω απόσπασμα του αισχυλικού «Αγαμέμνονα», που επαναλαμβάνει ο Σαίξπηρ παραφρασμένο στην «Τρικυμία» («Το παρελθόν είναι πρόλογος»), θα μπορούσε, ίσως, να αποτελεί -τηρουμένων των αναλογιών βέβαια- ένα μότο για το έργο του πολυβραβευμένου Αμερικανού συγγραφέα Στέφεν Μπέλμπερ «Η συνάντηση». Ο πρωτότυπος τίτλος «Match» στην αγγλική γλώσσα έχει πολύ περισσότερες σημασίες. Εκτός από συνάντηση, μπορεί εξίσου να δηλώνει το ταίριασμα, το προξενιό, τον αγώνα, την πάλη, την αναμέτρηση, το παιχνίδι, τη σύγκρουση, την παρτίδα και άλλα πολλά. Σε αυτήν την πολυσημία της λέξης παραπέμπει ο τίτλος του έργου του Μπέλμπερ και σε αυτήν στηρίζεται το έργο.
Πρόκειται για μια οικογενειακή ιστορία με στοιχεία θρίλερ, που δεν είναι όμως απλά μια οικογενειακή ιστορία ή ένα κλασικό θρίλερ, αλλά διαθέτει βαθιές υπαρξιακές ρίζες που βυθίζονται στο άπατο φρέαρ της ψυχής του ανθρώπου, όπως λέει και ο παππούς Ηράκλειτος: «Της ψυχής τα πέρατα όσο κι αν ψάξεις δεν θα τα βρεις». Αγγίζοντας το έργο αυτό την αγωνία του ανθρώπου και μαζί τον φόβο να περάσει από την άλλη μεριά του καθρέφτη για να γνωρίσει ποιος αληθινά είναι, πληρώνοντας το τίμημα. Μια μικρή τραγωδία; Ίσως, είναι η απάντηση.
Μια συνέντευξη-ανάκριση
Ο Τόμπι ένας πολύ επιτυχημένος και γνωστός, αγαπητός στο κοινό χορογράφος της Νέας Υόρκης, που έχει πια αποσυρθεί από την ενεργό δράση και ζει κατόπιν επιλογής του μόνος, περιμένει στο σπίτι του τη μεταπτυχιακή φοιτήτρια Λίζα που έρχεται να του πάρει συνέντευξη για τη διατριβή της στο πανεπιστήμιο όπου φοιτά με θέμα την ιστορία του χορού στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1980. Αλλά δεν έρχεται μόνη. Συνοδεύεται από έναν άνδρα, τον Μάικ, που συστήνει ως σύζυγό της.
Εδώ άρχισαν -ή αρχίζουν, αν προτιμάμε- όλα τα «δεινά» με την ανθρωπολογική σημασία της λέξης. Καθώς οι ερωτήσεις της Λίζας αλλά και του Μάικ γίνονται όλο και πιο προσωπικές περιέχοντας μια κρυφή απειλή, ο πάντα καλοπροαίρετος Τόμπι αρχίζει να υποψιάζεται ότι η Λίζα και ο Μάικ δεν τον «ανακρίνουν» για ακαδημαϊκούς λόγους. Πράγματι, όσο προχωρά η συνέντευξη-ανάκριση, τόσο γίνεται σαφέστερο ότι υπάρχει απώτερο κίνητρο στην επίσκεψη του ζεύγους. Ώσπου ο μοναχικός χορογράφος αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος, πρόσωπο με πρόσωπο, με το μεγάλο θαμμένο μυστικό του.
Περισσότερα για την υπόθεση δεν θα πω, επειδή το έργο εντέλει δεν είναι αστυνομικό και το κύριο θέμα του δεν είναι η αποκάλυψη του μυστικού αλλά η ψυχική μεταβολή που συντελείται και στους τρεις ήρωες, δι’ ελέου και φόβου θα μπορούσαμε να πούμε, μετά την αποκάλυψη.
Λυτρωτική παράσταση
Ο Γιώργος Κιμούλης σκηνοθετεί το έργο στη σπουδαία δική του μετάφραση, κάθετα επάνω σε έναν οιδιπόδειο άξονα τραγικής εμβέλειας, το «καρφώνει» μεταφορικά και κυριολεκτικά με τη θετική έννοια της λέξης για να του αποσπάσει την καλή του ενέργεια και αγαθή αύρα. Και πράγματι το κατορθώνει, καθώς ο θεατής βγαίνει από την παράσταση λυτρωμένος.
Ο ίδιος είναι, με μια λέξη μόνο, συγκλονιστικός στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ίσως η καλύτερη ερμηνεία του σε αστικό δράμα που έχω παρακολουθήσει: απλή, λιτή, χωρίς περιττά στολίδια, ουσιώδης, μια βαθιά κατάδυση μέσα στον πυρήνα του βασικού ερωτήματος του ανθρώπου περί ενοχής και αθωότητας, περί ελευθερίας και ανάγκης.
Δίπλα του, οι δύο συμπρωταγωνιστές, η εξαιρετική Κατερίνα Θεοχάρη και ο θαυμαστός Βασίλης Γιακουμάρος, λάμπουν αυτόφωτα, κάθε ένας αντλώντας από τη δική του πηγή ενέργειας. Γινγκ και Γιανγκ, η θηλυκή και η αρσενική περσόνα αντίστοιχα, σε μια συντονισμένη αρμονία.
Τα σκηνικά της Κατερίνας Σβορώνου, τα κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδη, οι φωτισμοί του Δανιήλ Παπαδόπουλου, «συνομιλούν» ιδανικά με τη σκηνοθεσία.
