Μέχρι τώρα μια απλοϊκή υπόθεση ήταν κυρίαρχη στη λογική της πολιτικής της διεύρυνσης της ΕΕ: Μόλις οι υποψήφιες χώρες γίνουν μέλη της οικογένειας, αυτόματα οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και η τήρηση του κράτους δικαίου καθίστανται μη αναστρέψιμες. Αλλά η «πικρή» εμπειρία των προηγούμενων διευρύνσεων έδειξε πως η πεποίθηση αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό ψευδής. Σήμερα, καθώς οι Βρυξέλλες διαπραγματεύονται την ένταξη στους κόλπους τους της Ουκρανίας, της Μολδαβίας και των έξι χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, το μήνυμα που στέλνουν στα επίδοξα νέα μέλη είναι ξεκάθαρα διαφορετικό: Η ένταξη σας δεν είναι πλέον η γραμμή τερματισμού, είναι η αρχή ενός διαρκούς τεστ ελέγχου…
Αυτό το μήνυμα έστειλε πρόσφατα και η Επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος σε συνέντευξή της στο Politico. Τα όσα είπε δεν αφήνουν χώρο σε οποιαδήποτε αίσθηση χαλαρότητας όσον αφορά στον σεβασμό και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η ένταξη.
Έτσι λοιπόν, η Ένωση σχεδιάζει δικλείδες ασφαλείας για να διασφαλίσει ότι τα μελλοντικά μέλη της δεν θα μπορούν να εγκαταλείψουν τις μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκαν, ή ότι δεν θα είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν τη θεσμική εξουσία που απέκτησαν με την ένταξή τους. Οι προτεινόμενοι μηχανισμοί “ανάσχεσης” κινούνται στη λογική της επιβολής μιας υποχρεωτικής μεταβατικής περιόδου. Δηλαδή, πριν τα νέα μέλη αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα, θα υπάρχουν νομικά εργαλεία που θα επιτρέπουν στις Βρυξέλλες να παρέμβουν άμεσα σε περίπτωση που υπάρξουν παραβιάσεις των δημοκρατικών κανόνων.
Διαφορετικός χαρακτήρας
Η συγκυρία αυτής της αλλαγής μόνο τυχαία δεν είναι. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, το ψυχροπολεμικό κλίμα με τη Ρωσία, οι κλυδωνισμοί στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, η έξαρση του γεωπολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού, έχει προσδώσει άλλη χροιά και άλλο χαρακτήρα στη διαδικασία της διεύρυνσης. Έχει μετατραπεί από ένα τεχνοκρατικό “τσεκ λιστ” σε μια στρατηγική επιλογή αυστηρά οριοθετημένου ρίσκου. Οι πορείες Κιέβου και Κισινάου προς την Ευρώπη θεωρούνται πια από τις Βρυξέλλες ως γεωπολιτικό εγχείρημα υψίστης σημασίας, όχι ως η τυπική υλοποίηση μιας οικονομοτεχνικής μελέτης.
Όμως, οι Ευρωπαίοι έχουν πάρει το μάθημά τους.
Στις προηγούμενες εσπευσμένες διευρύνσεις, στις απαρχές της μεταψυχροπολεμικής περιόδου όταν άνοιγαν διάπλατα οι πόρτες της εισόδου χάριν της επέκτασης του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος και του βορειοτλαντικού αποτυπώματος, τα μέλη της Ένωσης βρέθηκαν αναπάντεχα μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις τις οποίες δεν είχαν υπολογίσει, ίσως δεν είχαν καν φανταστεί.
Η εμπειρία με την Ουγγαρία ήταν αυτή που οδήγησε στην αφύπνιση. Υπό την πρωθυπουργία του Ορμπάν, η Βουδαπέστη συγκρούστηκε επανειλημμένα με τις Βρυξέλλες για ζητήματα που παραμένουν κεντρικά και αδιαπραγμάτευτα στον πυρήνα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος όπως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, ο πολιτικός πλουραλισμός. Από την άλλη, η Βουδαπέστη χρησιμοποίησε, ομολογουμένως επιτυχημένα, το δικαίωμα της στο βέτο περιπλέκοντας τις αποφάσεις για κυρώσεις κατά της Ρωσίας και για την στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Ουκρανίας, πολύ χειρότερα όμως, δημιουργώντας την αίσθηση πως η ΕΕ δεν είναι ένα συμπαγές μπλοκ με κοινή βούληση. Επίσης, δισεκατομμύρια ευρώ σε ευρωπαϊκά κεφάλαια με προορισμό την Βουδαπέστη πάγωσαν εν μέσω της διελκυστίνδας με τον Ορμπάν για το κράτος δικαίου, εκθέτοντας τα όρια της ικανότητας της Ένωσης να πειθαρχήσει ένα κράτος μέλος μόλις αυτό εξασφαλίσει πλήρη δικαιώματα ένταξης.
Μοντέλο σταδιακής ενσωμάτωσης
Αυτή η εμπειρία φαίνεται πως έχει αλλάξει τώρα ριζικά τη συζήτηση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη διεύρυνση. Ο γαλλο-γερμανικός πυρήνας με τη σύμφωνη γνώμη της Ολλανδίας έχει “θεσπίσει” σαφή όρια για τους νεοεισερχόμενους και “ρήτρα” ότι η διεύρυνση θα πρέπει να συνοδεύεται από θεσμικές διασφαλίσεις ομαλής λειτουργίας της Ένωσης.
Οι ιθύνοντες στις Βρυξέλλες δεν θέλουν να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.
Η επιλογή τους τώρα είναι ένα μοντέλο σταδιακής ενσωμάτωσης των “νεοφώτιστων”.
Έτσι, θα αποκτούν πρόσβαση σε συγκεκριμένα, προεπιλεγμένα οφέλη πριν λάβουν πλήρη δικαιώματα ψήφου.
«Αν το νέο κράτος μέλος ακολουθήσει τους κανόνες, δεν θα συμβεί τίποτα. Αν δεν ακολουθήσει τους κανόνες, η περιφρούρηση θα δαγκώσει σκληρά, και αυτό είναι το σύστημα που χτίζουμε», διαμήνυσε σε έντονο ύφος η Κος στο Politico σε μια συνέντευξη που έδωσε στο περιθώριο της συνάντησης των Ευρωπαίων υπουργών Εξωτερικών στο Λουξεμβούργο, τη Δευτέρα.
Για τους αναλυτές, οι δηλώσεις της δεν σηματοδοτούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εχθρότητα ή ασύστολη αυστηρότητα προς τα υποψήφια μέλη. Απλά αντικατοπτρίζουν μια αντίληψη που έχει κυριαρχήσει στους κόλπους της Ένωσης, ότι δηλαδή η ευρωπαϊκή αξιοπιστία εξαρτάται από τη συνεπή επιβολή των κανόνων και των προτύπων που η ίδια η ΕΕ έχει θεσπίσει.
Άλλωστε, η αιρεσιμότητα υπήρχε πάντα ως “κόκκινη κάρτα” στη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι η “κόκκινη κάρτα” θα μπορεί να επιδειχθεί σε πιθανούς “παραβάτες” και μετά την ένταξή τους.
Πεδίο δοκιμών
Το Μαυροβούνιο, που για την ώρα βρίσκεται πιο κοντά στην πόρτα της εισόδου απ’ όλες τις άλλες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, δεν αποκλείεται να βρεθεί στη θέση να γίνει το πρώτο πεδίο δοκιμών της νέας φιλοσοφίας των Βρυξελλών. Αξιωματούχοι στην Ποντγκόριτσα έχουν δηλώσει ότι θα αποδέχονταν μηχανισμούς περιφρούρησης της τήρησης των ευρωπαϊκών κανόνων υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι διαφανείς και ότι θα εφαρμόζονται μόνο όταν οι δεσμεύσεις παραβιάζονται πραγματικά. Αν τελικά οι μηχανισμοί αυτοί ενσωματωθούν στη συνθήκη προσχώρησης του Μαυροβουνίου θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πολιτικό και νομικό προηγούμενο για όλα τα μελλοντικά υποψήφια μέλη της ΕΕ.
Η Ουκρανία και η Μολδαβία αντιμετωπίζουν παρόμοια νέα δεδομένα. Η πρόοδός τους στην ενταξιακή διαδικασία εξακολουθεί να συνδέεται με μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, τις προσπάθειες καταπολέμησης της διαφθοράς. Οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι η πρόοδος τους θα κριθεί καθαρά αξιοκρατικά και όχι πολιτικά. Οι χώρες που θα εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις ταχύτερα θα προχωρήσουν ταχύτερα στη διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Κατά ένα ειρωνικό τρόπο, οι εξελίξεις στο εσωτερικό της ίδιας της Ουγγαρίας δείχνουν γιατί πολλοί στις Βρυξέλλες πιστεύουν πως είναι σήμερα απαραίτητες ισχυρότερες δικλείδες ασφαλείας. Μετά τις τελευταίες εκλογές και την ήττα του Ορμπάν, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία ενέκρινε συνταγματικές τροποποιήσεις που επιβάλλουν οκταετές όριο θητείας στους πρωθυπουργούς ενώ προβλέπεται επίσης κατάργηση θεσμών που έχουν επικριθεί για υπονόμευση της δημοκρατικής λογοδοσίας. Το κατά πόσο αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα επιβιώσουν από τις νομικές και πολιτικές προκλήσεις παραμένει αβέβαιο, ωστόσο δείχνουν πώς οι εγχώριοι θεσμοί μπορούν να εξελιχθούν θεαματικά ακόμη και εντός ενός κράτους μέλους.
Από την άλλη οι επικριτές της νέας σκληρής γραμμής υποστηρίζουν ότι η εισαγωγή αυστηρότερων ελέγχων μετά την ένταξη ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων υπό την οποία τα νεότερα μέλη θα υπόκεινται σε ελέγχους και επιτήρηση που τα παλαιότερα μέλη απέφυγαν. Άλλοι προειδοποιούν ότι η υπερβολική “αυστηρότητα” προς τους νεοεισερχόμενους θα μπορούσε να επιβραδύνει τη διεύρυνση ακριβώς τη στιγμή που η ήπειρος χρειάζεται μεγαλύτερη ενότητα έναντι των εξωτερικών απειλών.
Αντίθετη ερμηνεία
Ωστόσο, η αντίθετη ερμηνεία ίσως είναι τελικά πιο πειστική. Αντί να κλείσουν εντελώς τη πόρτα τους, οι Βρυξέλλες φαίνονται αποφασισμένες να πετύχουν έναν στρατηγικό στόχο: Να καταστήσουν τη διεύρυνση πολιτικά βιώσιμη. Με απλά λόγια, τα υφιστάμενα μέλη είναι πιο πιθανό να υποστηρίξουν την είσοδο νέων από τη στιγμή που θα πειστούν ότι ισχύουν και εφαρμόζονται αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης της παραβίασης των κανόνων ή της παρεμπόδισης της κοινής βούλησης.
Υπό αυτή την έννοια, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν γίνεται απαραίτητα πιο αυστηρή απέναντι στα νέα μέλη από ό,τι ήταν σε εκείνα που εντάχθηκαν στη μεγάλη προς ανατολάς διεύρυνση του 2004 κι έπειτα. Προφανώς συνειδητοποιεί όλο και πιο ξεκάθαρα τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της ένταξης και είναι τώρα αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν δεν θα ξεχαστούν ούτε θα ατονήσουν όταν τελειώσει το πάρτι της ημέρας της ένταξης.
Αν τελικά, η “επιτήρηση που δαγκώνει σκληρά”, όπως την περιέγραψε η επίτροπος της διεύρυνσης, είναι μια αυστηρή προειδοποίηση προς πιθανούς “άτακτους” εντός της τάξης ή μια σοφή επιλογή που προήλθε από την εμπειρία, απομένει να φανεί. Το βέβαιο είναι πως οι Βρυξέλλες έχουν πάρει το μάθημά τους: Η σύγκλιση των μελών με τους όρους και τους κανόνες της ΕΕ δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη μόνο και μόνο επειδή υπογράφηκε η συνθήκη ένταξης.