Από τους Γάλλους κωμωδιογράφους του 19ου αιώνα ο Ευγένιος Λαμπίς έχει κινήσει το ενδιαφέρον του φιλoσόφου Ανρί Μπερξόν, που τον αναφέρει στο περίφημο έργο του «Το γέλιο». Γράφει συγκεκριμένα ότι «το αστείο του Λαμπίς ενώνει δύο πραγματικότητες, μία πραγματική και μία φανταστική, που είναι, όμως, κατά έναν περίεργο τρόπο πραγματικότερη της πραγματικής».
Θα μπορούσαμε να πούμε ίσως σήμερα εμείς ότι οι δύο πραγματικότητες, η πραγματική, παριστάμενη με έναν πραγματικό αριθμό, και η φανταστική, παριστάμενη με έναν φανταστικό αριθμό, προστιθέμενες μας δίνουν έναν αριθμό μιγαδικό, που με τη σειρά του ανάγεται σε δύο ποσά, το ένα υπαρκτό και το άλλο κατά συνθήκη. Το μυστικό της επιτυχίας είναι ότι τα δύο ποσά αθροιζόμενα γίνονται ποιόν, ανάγονται δηλαδή σε σημασία. Κάτι που μόνο η αληθινή Τέχνη μπορεί με τον δικό της τρόπο να περαιώσει.
Ανατινάζοντας την αστική μας «χύτρα»
Γραμμένο το 1859, το έργο του Λαμπίς είναι, όπως όλα τα έργα του, μια ξεκαρδιστική μαύρη κωμωδία στην οποία συμβαίνουν πράγματα παράλογα έως εξωφρενικά, σχεδόν υπερρεαλιστικά. Καταστάσεις καθημερινές που ο Λαμπίς τεντώνει ως τα όρια της φάρσας για να εκθέσει τη ζοφερή γελοιότητα του αστικού μας βίου. Τα έργα του είναι μικροί, βραδυφλεγείς, τέλειοι ωρολογιακοί μηχανισμοί, κουρδισμένοι έτσι ώστε να εκραγούν εν χρόνω, ανατινάζοντας την αστική μας «χύτρα» με το δύσοσμο περιεχόμενο μαζί με όλη τη δυσώνυμη αστική ιδεολογική κουζίνα.
Παρότι ένα από τα ωριμότερα, το έργο αυτό του Λαμπίς δεν είχε την καλή τύχη των άλλων. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1859 στην «παρισινή σκηνή» του Παλέ Ρουαγιάλ χωρίς επιτυχία και έπειτα ξεχάστηκε. Ο Λαμπίς δεν το περιέλαβε καν στα επιλεγμένα έργα των δεκάτομων «Απάντων» του. Άραγε, γιατί; Την απάντηση μας δίνει στο σημείωμα του προγράμματος η εκλεκτή δρ Θεατρολογίας, σκηνοθέτιδα, σκηνογράφος, ενδυματολόγος και πολλά άλλα, Ανδρομάχη Μοντζολή: «Μελετώντας τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία του έργου», γράφει, «καταδύθηκα σε αρχεία, βιβλιοθήκες, άρθρα και κριτικές της εποχής, για να ανακαλύψω πως το έργο αυτό, σε έναν παροξυσμό υποκρισίας, είχε υποστεί στο πρώτο ανέβασμά του άγρια λογοκρισία. Η προσφυγή στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας ήταν πια επιβεβλημένη [...] Μετά την αντιπαραβολή και την αποκατάσταση του πρωτοτύπου, το έργο ξαναβρίσκει σήμερα το αληθινό του νόημα και την πραγματική του μορφή: μια ηθολογική φάρσα χαρακτήρων που παριστάνει ευφρόσυνα διαχρονικές στιγμές και καταστάσεις του ανθρώπινου βίου».

Μια εμπνευσμένη παράσταση
Η παράσταση του έργου στο Θέατρο Αλκμήνη, στην εμπνευσμένη, δημιουργική σκηνοθεσία της Άννας Σωτρίνη (κίνηση της Αναστασίας Γεωργαλά), βασισμένη στην εξαιρετική μετάφραση και δραματουργική επεξεργασία της Ανδρομάχης Μοντζολή, επιμέλεια του Θεοδόση Πελεγρίνη, κέρδισε δίκαια τον ενθουσιασμό ενός νεανικού κυρίως κοινού, που αναγνώρισε στις μορφές και στους τύπους του έργου τις οικείες σε αυτό ιλαροτραγικές καταστάσεις.
Η σκηνοθεσία, σε ισότονους ρυθμούς και σε ύφος διττό, της έκπληκτης σοβαροφάνειας και της απόπληκτης μπουφονερίας, κατορθώνει να προσδώσει στο έργο το αληθινό του νόημα, μιας πολιτικής φάρσας ανατρεπτικής και διασκεδαστικής που συνομιλεί άμεσα με την εποχή μας. Με έξοχες υποκριτικές μιας ομάδας χαρισματικών ηθοποιών.
Ο Χάρης Φλέουρας ως ερωτευμένος γιατρός Αλζεαντόρ με το υπόγειο διαβρωτικό του χιούμορ πίσω από την ψυχρή κομεντιάνικη «μάσκα» κυριαρχεί στη σκηνή. Ο Σαράντος Γεωγλερής είναι μια αληθινή αποκάλυψη στον κωμικό ρόλο του Πεπεσένκ, ένα σπουδαίο ταλέντο που θυμίζει εντόνως τον αξέχαστο Ντίνο Ηλιόπουλο, «κλέβοντας», κυριολεκτικά, την παράσταση. Η Βασούλα Σιάτρα, μια έκτακτη Ευτυχία, υπηρέτρια-πειρασμός, και ο Θεοχάρης Μαγκιρίδης ως Ζεζαμπέλ, το υπέροχο αρσενικό διπλό της, ένας τέλειος κομεντιάνος υπηρέτης. Ο Γιάννης Παπαθύμνιος και ο Γιώργος Φράγκος στους δικούς τους ρόλους, λιτοί, διαυγέστατοι.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ανδρομάχης Μοντζολή αξεπέραστα και η μουσική του Αντώνη Μιχαηλίδη χαρισματική.