Μέσα από μια συναρπαστική συρραφή κειμένων, φωτογραφιών από το προσωπικό της αρχείο και στιγμιότυπα των ταινιών της η εμβληματική Βελγίδα σκηνοθέτιδα επιχειρεί την καταγραφή της εμπειρίας της το διάστημα που πέρασε στο πλευρό της άρρωστης μητέρας της.
Πάντοτε το έργο της Άκερμαν (1950-2015) πλημμυριζόταν από μια αίσθηση «αδικαίωτου» αλλά και από μια υπαρξιακή ανάγκη να υπερβεί τη φόρμα και τις ταμπέλες. Ανέκαθεν η ίδια αισθανόταν περιορισμένη σε ταυτοτικές περιγραφές όπως «φεμινίστρια», «λεσβία» ή «Εβραία», ενώ ένιωθε άνετα μόνο με τον χαρακτηρισμό «κόρη». Επομένως, μια σύνθετη καταγραφή της μνήμης των τελευταίων ημερών της ζωής της μητέρα της αποτελεί για την ίδια βαρύ καθήκον. Παρά την πολύπλοκη και τεθλασμένη σχέση που οι δύο γυναίκες είχαν μέσα στα χρόνια. Πρόκειται για ένα σπαρακτικό κατευόδιο σε μια Πολωνοεβραία επιζήσασα του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και ως εσωτερική καταβύθιση στις πληγές (επουλωμένες ή μη) και στο αποτύπωμα που άφησε ο χρόνος.
Η Άκερμαν είχε υπογράψει το ανεπανάληπτο και αριστουργηματικό «Ζαν Ντιλμάν» («Jeanne Dielman, 23, quai du Commerce, 1080, Bruxelles») το 1975, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Μέσα σε εκείνο το τρεισήμισι ωρών μανιφέστο στο οποίο έμπλεκε αφοπλιστικά την τεκμηρίωση με τη μυθοπλασία υπήρχαν πλάγιες αναφορές στη ζωή της μητέρας της. Ο φακός παρατηρούσε την επαναλαμβανόμενη ρουτίνα μιας νοικοκυράς που φρόντιζε τον γιο της ενώ παράλληλα ήταν σεξεργάτρια.
Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο η Βελγίδα πρωτοπόρος του φεμινιστικού και πειραματικού κινηματογράφου μεταχειρίζεται στωικά τη μητέρα της, σαν σάρκινο αντίλαλο της Ντιλμάν, που πλέον έχει περάσει στην τρίτη ηλικία. Ο ρόλος της συγγραφέα δεν στερεί στην Άκερμαν τη διεισδυτική ματιά, ούτε τη χειρουργικής ακρίβειας παρατήρησή της πάνω στη γυναικεία εμπειρία. Ο ήπιος στοχασμός της πάνω στην έννοια της φροντίδας και η διακριτική της εξομολόγηση για την πνευματική προετοιμασία του δικού της τέλους καθιστούν αυτό το βιβλίο συγκλονιστικό και απαραίτητο. Οι κοφτές, επαναληπτικές φράσεις της είναι η αφήγησή της, τα πισωγυρίσματα στον χρόνο είναι το μοντάζ της, η σύνθεση φωτογραφιών είναι το ντεκουπάζ της. Ο κινηματογράφος ήταν πάντα η δεύτερη φύση της. Η μητέρα της, όμως, ήταν εκείνη που καθόρισε το μέσα της.
Η Σαντάλ Άκερμαν αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 2015, σε ηλικία 65 ετών. Το βιβλίο «Η μητέρα μου γελάει» κυκλοφόρησε δύο χρόνια πριν από τον θάνατό της και έναν χρόνο πριν από τον θάνατο της μητέρας της, το 2014. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πλήθος, σε μετάφραση της Μυρτώς Ταπεινού, με το επίμετρο να έχει φροντίσει η σκηνοθέτιδα Εύα Στεφανή.
