Ποικίλες προεκτάσεις έλαβε το πρόσφατο περιστατικό με την παρέμβαση του δημάρχου Φλώρινας σε συναυλία της Banda Entopica στην περιοχή, με αφορμή την εκτέλεση δύο παραδοσιακών τραγουδιών στη μακεδονική γλώσσα. Η υπόθεση πυροδότησε ένα κύμα αντιδράσεων από μουσικούς, συλλογικούς φορείς, πολιτικά κόμματα και θεσμικά πρόσωπα, αλλά και μια παράλληλη έκρηξη εθνικιστικής ρητορικής στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο. Έφερε στο φως την επανεμφάνιση λογοκριτικών πρακτικών στο όνομα της «εθνικής ευαισθησίας» και την εργαλειοποίηση της γλώσσας και της μουσικής ως πεδίου για πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Σε μια περιοχή με βαρύ ιστορικό φορτίο γύρω από τη γλωσσική ετερότητα, η υπόθεση της Φλώρινας δεν αφορά απλώς δύο τραγούδια, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία διαχειρίζεται την πολιτισμική μνήμη και αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία και τα δικαιώματα.
Στο χρονικό της υπόθεσης, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στη Φλώρινα που διοργάνωσε ο πολιτιστικός σύλλογος «Φωτιά Χαμάμ», το συγκρότημα Banda Entopica δέχτηκε δημόσια παρέμβαση από τον δήμαρχο της πόλης επειδή στο ρεπερτόριό του περιλήφθηκαν δύο παραδοσιακά τραγούδια στη μακεδονική γλώσσα. Ο δήμαρχος παρενέβη την ώρα της συναυλίας, σύμφωνα με την καταγγελία της μπάντας, απευθυνόμενος στα μέλη του συγκροτήματος με φράσεις όπως «εγώ σας πληρώνω», «στην πόλη μου δεν θα τραγουδάτε τέτοια τραγούδια» και «ποιος σας άφησε να τραγουδήσετε σλάβικα;». Παρά το επεισόδιο και τις ελάχιστες αντιδράσεις από το κοινό, η συναυλία ολοκληρώθηκε κανονικά με τα μέλη της Banda Entopica να συνεχίζουν να τραγουδούν, πιστά στο μήνυμα ότι η μουσική τους ενώνει όλον τον κόσμο.
Το περιστατικό προκάλεσε έντονες τοποθετήσεις στον καλλιτεχνικό και πολιτικό χώρο. Μουσικοί, συλλογικοί φορείς και πολιτιστικοί σύλλογοι κατήγγειλαν τη λογοκριτικού χαρακτήρα ενέργεια, ενώ κόμματα της αντιπολίτευσης έκαναν λόγο για απαράδεκτη επίθεση στην καλλιτεχνική ελευθερία και τη γλωσσική πολυμορφία. Αντί σαφούς αποδοκιμασίας, η κυβέρνηση επέλεξε τη σιωπή και την έμμεση στήριξη της παρέμβασης, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για την πολιτική νομιμοποίησή της. Την ίδια ώρα, σε επίπεδο δημόσιας συζήτησης αναπτύχθηκε ένα κύμα εθνικιστικής ρητορικής και απειλών. Υπήρξαν ωστόσο δημόσιες παρεμβάσεις θεσμικών προσώπων και πανεπιστημιακών που ανέδειξαν τη διάσταση του ζητήματος ως υπόθεση δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθερίας της έκφρασης.

Χτίζουν καριέρες πάνω στο μίσος
Το συγκεκριμένο περιστατικό έρχεται να προστεθεί σε άλλα που έλαβαν χώρα στην ευρύτερη περιοχή στο πρόσφατο παρελθόν, όπως η ματαίωση τριών παραδοσιακών λαϊκών πανηγυριών από εθνικιστικούς κύκλους με τη συνδρομή της αστυνομίας και άλλων δημόσιων Αρχών στις αρχές του καλοκαιριού.
Για το κλίμα που έχει διαμορφωθεί από το παρελθόν στην περιοχή και αφήνει περιθώρια για τέτοιου είδους πρακτικές μίλησε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών στο ΠΑΜΑΚ. «Ο εθνικισμός και ο σκοταδισμός που εκδηλώθηκαν στην συναυλία των Banda Entopica στηρίζονται και τρέφονται από τυχάρπαστους οπορτουνιστές σε επίπεδο τόσο αυτοδιοίκησης όσο και κεντρικής πολιτικής, οπορτουνιστές πολιτικάντηδες που υποδαυλίζουν με ψέματα το μίσος απέναντι στο διαφορετικό στην Ελλάδα, κυρίως για να χτίσουν πάνω τους την πολιτική τους ανέλιξη και καριέρα» σημειώνει αιχμηρά. «Από την άλλη, πεδίο δόξης λαμπρό επιφυλάσσουν στο μίσος όσοι δεν αντιδρούν σε αυτό, όσοι σιωπούν, ανέχονται, δεν εξεγείρονται. Έρεισμα βρίσκουν ο σκοταδισμός και ο εθνικισμός και στα μειωμένα ανακλαστικά του κόσμου, ημών όλων που θα πρέπει να καταδικάζουμε κάθε κίνηση κατά των ανθρώπινων δημοκρατικών δικαιωμάτων συμπολιτών μας που καταπιέζονται και αδικούνται. Μεγάλη ώθηση σε τέτοιου είδους αντιδράσεις δίνουν και η παραπληροφόρηση, η έλλειψη μόρφωσης και οι διάφορες ανυπόστατες και ανιστόρητες θέσεις περί Μακεδονίας και μακεδονικής γλώσσας» συνεχίζει.
«Κλείνει το μάτι στην Ακροδεξιά»
Τα όσα συνέβησαν στην συναυλία πήραν πολιτικές διαστάσεις με δηλώσεις καταδίκης από την αντιπολίτευση και ανοχή, αν όχι ενθάρρυνση, τέτοιων πρακτικών από την πλευρά της κυβέρνησης. Οι υπουργοί Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου(!) ανέλαβαν να εκφράσουν δημόσια θέσεις που υπερασπίζονταν τη στάση του δημάρχου, προσδίδοντας επίσημη κάλυψη σε μια παρέμβαση που κόμματα, φορείς και πρόσωπα χαρακτήρισαν περιοριστική για την καλλιτεχνική ελευθερία και παραβίαση δημοκρατικών δικαιωμάτων και διεθνών συνθηκών.
Για το πώς λειτουργεί η στάση που κρατά το κράτος απέναντι σε τέτοιου είδους πρακτικές, η κ. Ιωαννίδου υπογράμμισε πως «Η κεντρική κρατική εξουσία δεκαετίες κλείνει το μάτι στην Ακροδεξιά και τον εθνικισμό. Το παιχνίδι παίζεται πολύ συχνά με τη βοήθεια πρώην ή και κρυπτο-χουντικών στελεχών της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ξαναβγεί χωρίς τη στήριξη της Ακροδεξιάς, στην οποία έχει εκχωρήσει και θέσεις-κλειδιά στον κρατικό μηχανισμό. Επομένως, χρησιμοποιεί εμφυλιακά και κυρίως παρακρατικά επιχειρήματα και μηχανισμούς για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της».
Η καλλιτεχνική έκφραση και η χρήση διαφορετικών γλωσσών στη χώρα μας εξακολουθούν να δοκιμάζονται, ειδικά όταν παρεμβάσεις και περιορισμοί αμφισβητούν δικαιώματα που θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένα. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ο παραμικρός σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες και στα ανθρώπινα δικαιώματα» υπογραμμίζει η ίδια και αναφέρεται στην υπόθεση του Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας χαρακτηρίζοντας σοκαριστικό «ότι πέρασε δικαστήριο το αδιάσειστο γεγονός της ύπαρξης της μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα, μια αντικειμενική, δηλαδή, αλήθεια, αμφισβητείται με δικαστικές αποφάσεις». «Πρωτόδικα ωστόσο είχαμε μια σημαντική δικαστική απόφαση από μια γενναία και μορφωμένη δικαστή. Μένω σε αυτό, και ελπίζω δικαστές σαν τους εφέτες που με τη στάση τους ευτέλισαν το ίδιο τους το λειτούργημα σιγά-σιγά θα απαξιώνονται» σχολιάζει.
Υγιείς αντιδράσεις και σπάσιμο του φόβου
Τα όσα έλαβαν χώρα στη συναυλία της Banda Entopica στη Φλώρινα έγινε αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Ειδήμονες και μη τοποθετήθηκαν περί γλωσσών, ιστορίας, καλλιτεχνικής έκφρασης, διατυπώθηκαν ανακρίβειες και διαστρεβλώσεις, αμφισβητήθηκε ακόμη και η ύπαρξη της μακεδονικής γλώσσας. Υπήρξαν όμως και τεκμηριωμένες τοποθετήσεις από ψύχραιμες φωνές που τόνιζαν τη σημασία της υπεράσπισης της καλλιτεχνικής ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, φάνηκε ότι η υπόθεση συνέβαλε στο σπάσιμο του φόβου και στην ενεργοποίηση πολιτών και κοινού γύρω από ζητήματα γλωσσικής και πολιτισμικής έκφρασης. «Είμαι αισιόδοξη επειδή για πρώτη φορά διακρίνω τόσες υγιείς αντιδράσεις, καθώς και το σπάσιμο του φόβου. Ο κόσμος πλέον γιορτάζει τη γλώσσα του τραγουδώντας ανοιχτά και φαινόμενα σαν του δημαρχίσκου της Φλώρινας σιγά-σιγά θα απομονώνονται» καταλήγει η κ. Ιωαννίδου.