Ο σπουδαίος σκηνοθέτης Νιλ Τζόρνταν, που έχει αγαπηθεί ιδιαιτέρως από το ελληνικό κοινό, βρέθηκε στην Αθήνα καλεσμένος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Νύχτες Πρεμιέρας για να τιμηθεί για το σύνολο της μεγάλης καριέρας του.
Μιλήσαμε από κοντά με τον βραβευμένο με Όσκαρ αριστοτέχνη της κινηματογραφικής γλώσσας για τις σημαντικότερες ταινίες του αλλά και για το νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί σύντομα.
Αυτό που ξεχωρίζω στην πορεία σας μέσα στα χρόνια είναι η αξιοθαύμαστη συνέπεια ύφους και αισθητικής που έχετε δείξει στις επιλογές σας.
Αυτό είναι πολύ ευχάριστο να αναγνωρίζεται. Αν υπάρχει μια συνέπεια στη δουλειά μου, αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο έχω προσπαθήσει συνειδητά να συμβεί. Βασικά, εγώ σχεδόν πάντα γράφω το σενάριο των ταινιών που σκηνοθετώ. Ακόμα και αν μου έχει ζητηθεί να αναλάβω ένα κινηματογραφικό σχέδιο, αναλαμβάνω να ξαναγράψω το σενάριο απ’ την αρχή προκειμένου να ασχοληθώ. Μπορώ να κάνω ταινίες με έναν δικό μου τρόπο και μόνο. Έχω συγκεκριμένη ματιά στον κόσμο. Δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση ας πούμε να σκηνοθετήσω τον καινούργιο Σούπερμαν. Θα ήμουν ο λάθος άνθρωπος για να του αναθέσουν τόσο εμπορικά πρότζεκτ. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω κάνει ταινίες που δεν βγήκαν καλές. Για παράδειγμα, είχα σκηνοθετήσει μια κωμωδία φαντασίας με πολλά ειδικά εφέ το 1988, το «High Spirits» (σ.σ.: στα ελληνικά Πανδαιμόνιο), που προέκυψε εντελώς χαοτικό γιατί έχασα τον έλεγχο στο τελικό μοντάζ και πήγαν όλα στραβά.
Φαντάζομαι θα σας έχουν προσφέρει μεγάλα πρότζεκτ που αρνηθήκατε γιατί δεν ταίριαζαν με το σύνολο του έργου.
Μετά την επιτυχία που γνώρισε το «Παιχνίδι των λυγμών» (1992) τα στούντιο άρχισαν να μου κάνουν πολλές προσφορές για να αναλάβω τις ταινίες τους. Μάλιστα, θυμάμαι ιδιαίτερα ότι μου είχαν ζητήσει να κάνω το «As Good as It Gets» (Καλύτερα δε γίνεται), μια ρομαντική κομεντί με τον Τζακ Νίκολσον. Χαίρομαι πολύ που τελικά δεν δέχτηκα, γιατί πραγματικά δεν θα μπορούσα να την κάνω όπως την ήθελαν και ειλικρινά δεν θα έβγαινε καλή. Όμως σε κάποια φάση μού πρότειναν να αναλάβω τη σκηνοθεσία της ταινίας «Interview With a Vampire» (Συνέντευξη με έναν βρικόλακα) και εκεί έδειξα ενδιαφέρον γιατί στις αρχές της καριέρας μου είχα κάνει ήδη μια σκοτεινή ιστορία του φανταστικού με τέρατα, το «The Company Of Wolves» (Η παρέα των λύκων), και σκέφτηκα ότι θα ήθελα να εξερευνήσω περισσότερο αυτό το είδος του ρομαντικού τρόμου. Όταν το «Interview With a Vampire» σημείωσε εμπορική επιτυχία για τη Warner Bros, ήμουν σε θέση να κάνω οτιδήποτε ήθελα για την επόμενη δουλειά μου. Το μόνο που ένιωσα ότι ήθελα να κάνω τότε ήταν η ιστορία του Ιρλανδού πρώην ηγέτη του IRA και επαναστάτη Μάικλ Κόλινς («Michael Collins», 1996). Δηλαδή, μια επιστροφή στις ρίζες. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι υπάρχουν πολλοί σημαντικοί σκηνοθέτες της γενιάς μου, όπως ο Στίβεν Φρίαρς ή άλλοι παλιότεροι όπως ο Τζον Χιούστον, που ήταν ικανοί να μεταπηδούν με ευκολία από το ένα είδος στο άλλο και έφτιαχναν ταινίες που δεν έμοιαζαν καθόλου μεταξύ τους. Εγώ, προφανώς, δεν είμαι ένας από αυτούς.
Στην αυτοβιογραφία σας που κυκλοφόρησε φέτος αναφέρετε ότι οι μεγαλύτερές σας επιρροές όταν ξεκινούσατε ήταν δημιουργοί όπως ο Φασμπίντερ και ο Βέντερς. Αντιθέτως, δεν σας επηρέασε ιδιαίτερα το αμερικανικό σινεμά.
Σωστά, το πάθος και το προσωπικό συναίσθημα που έβαζαν αυτοί οι σκηνοθέτες σε μερικά από τα έργα τους στάθηκαν αληθινή πηγή έμπνευσης για εμένα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να βλέπω την ταινία «Fox and His Friends (1975) του Φασμπίντερ και να εύχομαι να μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο. Κυρίως γιατί αυτοί ανήκαν περίπου στην ίδια γενιά με εμένα και μπορούσα να καταλάβω το περιβάλλον που περιέγραφαν. Εγώ όμως είμαι Ιρλανδός και εμείς στη χώρα μου δεν κάναμε τόσες πολλές ταινίες. Προτιμούσαμε μάλλον να γράφουμε καταθλιπτικά μυθιστορήματα. Θαυμάζαμε, φυσικά, και τους σημαντικούς Αμερικανούς της δεκαετίας του ’70, τον Σκορσέζε, τον Κόπολα κ.ά. Όμως δεν ένιωθα το ίδιο κοντά τους από δημιουργική άποψη. Πολλοί νέοι σκηνοθέτες εκείνης της εποχής, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 δηλαδή, ένιωθαν δέος απέναντι στον Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Τον ίδιο τον γνώρισα προσωπικά και μπορώ να πω ότι γίναμε και φίλοι. Όμως το μετανιώνω αυτό.
Τη φιλία σας μετανιώνετε δηλαδή;
Όχι. Μετανιώνω τον θρίαμβο και τη δόξα που συμβάλλαμε να αποκτήσει αυτό το είδος του κινηματογράφου, κατά κάποιο τρόπο. Αυτό το παγωμένο, σχεδόν τεχνολογικό και αποστασιοποιημένο ύφος που σχεδόν συνέθλιψε την ενστικτώδη ευαισθησία για την οποία ξεχώριζε ο καλός ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο Κιούμπρικ δεν έκανε αρκετές υπέροχες ταινίες. Ο ίδιος θέλησε να με γνωρίσει όταν είδε την πρώτη μου ταινία, ένα μικρό δράμα που λεγόταν «Angel» (1982), και με πήρε τηλέφωνο. Νομίζω ότι αυτό που τον εντυπωσίασε κυρίως δεν ήταν τόσο η ταινία όσο το γεγονός ότι ήμουν συγγραφέας προτού ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Περνούσαμε χρόνο μαζί στο σπίτι του συζητώντας για κινηματογράφο. Όταν είδε τη δεύτερη ταινία μου, το «The Company Of Wolves» (Η παρέα των λύκων) μου πήρε τον σχεδιαστή παραγωγής, τον Άντον Φερστ, για το «Full Metal Jacket» που σχεδίαζε εκείνη την εποχή. Στο τέλος τον εξόντωσε εντελώς τον καημένο τον Άντον.
Χάρη στο «Παιχνίδι των λυγμών» που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ το 1993 ανήκατε στα ονόματα που έφεραν τη μεγάλη άνθηση του ανεξάρτητου κινηματογράφου στην Αμερική.
Εκείνη η εποχή άλλαξε τελείως τη ζωή μου. Όμως εκείνη η έκρηξη που προκλήθηκε στη βιομηχανία δεν έγινε εν μια νυκτί. Συνέβη σταδιακά, με ταινίες που άνοιξαν τον δρόμο μέσα στα χρόνια, όπως το «Sex, Lies, and Videotape» (Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες) του Στίβεν Σόντερμπεργκ, όταν ένα ευρύτερο κοινό στην Αμερική αποφάσισε να στρέψει το βλέμμα του στο καλλιτεχνικό, ανεξάρτητο σινεμά.
Πόσο έχει αλλάξει το τοπίο στις μέρες μας από τότε;
Μα εντελώς, τα πράγματα έχουν φτάσει σε τραγικό σημείο σχεδόν. Αν κάνεις μια μικρή ανεξάρτητη ταινία σήμερα, οι μόνες επιλογές που έχεις για να αγοραστεί είναι να την πουλήσεις μετά βίας στις σκληρές αγορές των γνωστών φεστιβάλ: στις Κάννες, στη Βενετία ή στο Βερολίνο. Εκεί ξεκινάει ένας πολύ δύσκολος αγώνας να βρεθεί διανομέας. Στην εποχή που εγώ έκανα ταινίες όπως η «Μόνα Λίζα» ή το «Παιχνίδι των λυγμών» υπήρχε τεράστια ζήτηση για αυτό το είδος. Είχε καλλιεργηθεί μια όρεξη στο κοινό γι’ αυτές τις ταινίες, επομένως ήταν πολύ πιο εύκολο να βρεις χρηματοδότηση. Σήμερα μοιάζει να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Και αυτό είναι θλιβερό. Όσον αφορά εμένα, σκέφτομαι ότι ακόμη κι αν πάνε στραβά τα πράγματα στο σινεμά, τουλάχιστον πάντα θα μπορώ να κάτσω και να γράψω ένα νέο βιβλίο.
Απ’ ό,τι ξέρω έχετε ένα καινούργιο στα σκαριά να κυκλοφορήσει.
Ναι, μόλις τελείωσα ένα νέο μυθιστόρημα που λέγεται «The Library of Traumatic Memory». Μια κάπως τρελή ιστορία επιστημονικής φαντασίας, όπου οι κάτοικοι ενός μικρού τόπου υποβάλλονται σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις και πειραματικές θεραπείες. Είναι πολύ παράξενη η σχέση μου με το βιβλίο γιατί, ενώ γράφω εδώ και 50 χρόνια, κάθε φορά που βγάζω ένα νέο βιβλίο όλοι αντιδρούν κάθε φορά έκπληκτοι και λένε: για δες, αυτός ο σκηνοθέτης γράφει κιόλας. Πάντως, είχα την τύχη να μπορώ να εκφράζομαι με δύο διαφορετικά μέσα όλα αυτά τα χρόνια.
Είστε καθόλου αισιόδοξος για την επικείμενη εισβολή της ΑΙ τεχνολογίας στο σινεμά;
Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι νιώθω πολύ τυχερός που πρόλαβα και τα έκανα όλα προτού συμβεί αυτό. Μου φαίνεται πραγματικά απαίσιο ως εξέλιξη. Ωστόσο η μεγάλη μετάβαση που άνοιξε τον δρόμο για όλα αυτά που έρχονται ήταν η έλευση της ψηφιακής κάμερας που αντικατέστησε τον κλασικό φακό των 35mm. Όσο και να μην το λένε πολλοί, πρόκειται μια εντελώς διαφορετική διαδικασία με διαφορετικά αποτελέσματα.
Τελειώνοντας, προσωπικά θεωρώ ότι το «Τέλος μιας σχέσης» είναι η καλύτερη ταινία για να συνοψίσει το έργο σας. Συμφωνείτε με αυτή την ιδέα;
Πιθανόν. Ήταν μια γοητευτικά περίπλοκη ιστορία. Είχα ενθουσιαστεί με την ιδέα μιας ταινίας όπου ο Ρέιφ Φάινς ζηλεύει κάποιον που δεν υπάρχει.