Μερικά από τα μυστικά της υποκριτικής και κάποιες σημαντικές αναμνήσεις από την πλούσια καριέρα της περιείχε το masterclass της Ιζαμπέλ Ιπέρ που χάρισε στους παρευρισκόμενους στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά η Γαλλίδα ηθοποιός: «Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι όταν ερμηνεύω, χρειάζεται μόνο να νιώθω. Η σκέψη προηγείται της ερμηνείας. Στην πραγματικότητα, η σκέψη είναι δουλειά του σκηνοθέτη. Εγώ είμαι εκεί, στο γύρισμα ή στη σκηνή του θεάτρου, για να αισθάνομαι».
Σε μια ερώτηση του κοινού μάλιστα πρόσθεσε: «Όταν έρχεται η στιγμή της ερμηνείας, τα πάντα έχουν να κάνουν με το παρόν και πρέπει να έχουμε αυτοπεποίθηση. Είναι κάτι σαν σιωπηρή συμφωνία με τον σκηνοθέτη. Αν αρχίσουν οι αμφιβολίες, τα πράγματα γίνονται δύσκολα».
Η Ιζαμπέλ Ιπέρ αναφέρθηκε στις πρώτες εμπειρίες της από την τέχνη της, λέγοντας: «Δεν διαχώρισα ποτέ την υποκριτική όπως αυτή εκδηλώνεται μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου. Δούλευα από πολύ νωρίς σε παραστάσεις με ιδιαίτερους ανθρώπους. Στην πορεία ήρθαν και πιο απαιτητικοί ρόλοι, όπως για παράδειγμα με τον Ρομέο Καστελούτσι. Ωστόσο, δεν διαχώρισα ποτέ τη μία συνθήκη από την άλλη. Η δική μου εντύπωση -όπως και πολλών θεατών- είναι ότι υπάρχει μια ρευστότητα μεταξύ των δύο. Το θέατρο είναι συχνά εξουθενωτικό, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Η υποκριτική απαιτεί πλήρη επίγνωση αλλά και μια διαρκή αυτοσυγκέντρωση γιατί όταν είσαι στη σκηνή, όλα είναι ορατά και εκτεθειμένα. Αν καταφέρεις να ξεπεράσεις αυτή την πρώτη αμηχανία, το θέατρο μετατρέπεται σε κάτι υπέροχο. Είτε βρίσκομαι μόνη μου στη σκηνή είτε με άλλους ηθοποιούς, με έναν τρόπο το κοινό εξαφανίζεται και δημιουργείται ένας φανταστικός κόσμος, στον οποίο κυριαρχεί μια αίσθηση μοναχικότητας. Πρόκειται για ένα πολύ ευχάριστο συναίσθημα».
Για την υποκριτική μέθοδο που ακολουθεί μας είπε μεταξύ άλλων: «Δεν μπορώ να πω ότι ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Ίσως να είμαι φορέας κάποιας σχολής, χωρίς όμως αυτό να συμβαίνει συνειδητά. Μου αρέσει να λέω ότι δεν ενσαρκώνω χαρακτήρες αλλά καταστάσεις. Ερμηνεύω συναισθήματα. Κι όλο αυτό ενδεχομένως να εδράζεται σε έναν σύγχρονο τρόπο υποκριτικής που έρχεται σε αντίθεση με ένα παλαιότερο μοντέλο, το οποίο επικεντρωνόταν κατά βάση στους ίδιους τους χαρακτήρες και μόνο. Το σινεμά εξελίσσεται. Στο παρελθόν υπήρχε το δίπολο μεταξύ καλού και κακού. Πλέον τα όρια μεταξύ των δύο δεν είναι τόσο διακριτά».
Θυμήθηκε μάλιστα και σημαντικούς κινηματογραφικούς σταθμούς, όπως την «Τελετή» (1995) του Κλοντ Σαμπρόλ, μία από τις κορυφαίες στιγμές στην ερμηνευτική της καριέρα: «Σε αυτή την ταινία κυριαρχεί η αντιπαράθεση καλού-κακού, με έντονο το στοιχείο της πάλης των τάξεων. Οι ανισότητες μπορούν να οδηγήσουν σε εκρηκτική βία και το έργο προσπαθεί να μας να βοηθήσει να κατανοήσουμε αυτή τη συνθήκη, χωρίς όμως να την αποδέχεται. Είναι δύσκολη η θέασή της, όμως την έχω αγαπήσει. Θυμάμαι ότι ο Σαμπρόλ ήταν καλεσμένος και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ο Σαμπρόλ είναι βαθιά πολιτικός, όπως και το ίδιο το σινεμά από τη φύση του. Έχει ένα ευρύ όραμα και έχει καταθέσει μέσα από τις ταινίες του πολύ αιχμηρά σχόλια για τον κόσμο που ζούμε».
Τελειώνοντας, η Ιζαμπέλ Ιπέρ σημείωσε: «Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς να διαβάζω βιβλία, να βλέπω ταινίες ή να πηγαίνω στο θέατρο. Είναι ένα εκπληκτικό προνόμιο και η πραγματικότητα είναι πως η ζωή είναι πολύ δύσκολη αν δεν διαθέτεις αυτή τη δυνατότητα». Λίγο αργότερα παρουσίασε στο κοινό τη «Δασκάλα του πιάνου» του Μίκαελ Χάνεκε, την κατά γενική ομολογία κορυφαία ερμηνεία της καριέρας της.