Η εξαιρετική ταινία «H τελευταία παμπ» («The Old Oak»), που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα στις ελληνικές αίθουσες, θα είναι και η ύστατη της μακράς καριέρας του Κεν Λόουτς σύμφωνα με τον σταθερό του σεναριογράφο Πολ Λάβερτι. Οι δυο τους μετρούν δεκατέσσερις ταινίες σε τρεις δεκαετίες συνεργασίας. Ταινίες που ισορροπούν με σθένος ανάμεσα στον άγριο κοινωνικό ρεαλισμό και στο ουμανιστικό μελόδραμα. Ταινίες που δεν πολιτικολογούν απλώς, αλλά διαθέτουν βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης. Με αφορμή το φετινό, κύκνειο άσμα του αξεπέραστου διδύμου του σύγχρονου Βρετανικού κινηματογράφου, ο Πολ Λάβερτι μας μίλησε για τις ιδέες του σεναρίου του, για την ανθρωπιστική κρίση του μεταναστευτικού ζητήματος, για όσα τον ανησυχούν στον σύγχρονο κόσμο, για τον τρόπο που προσέγγισε τα ευαίσθητα θέματα με τα οποία καταπιάνεται και για την επείγουσα ανάγκη για κοινωνική αλληλεγγύη.
Το «The Old Oak» ολοκληρώνει μια τριλογία όπου, μαζί με το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» και το «Sorry we missed you», προσεγγίσατε την κοινωνική πρόνοια, τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη στα εργασιακά και τώρα την αλληλεγγύη.
Αυτές οι τρεις ταινίες μιλούν για τα αποτελέσματα μιας πολιτικής. Δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τη σκληρότητα του κράτους απέναντι στον Ντάνιελ Μπλέικ, που στην ηλικία του αναγκάζεται να πάρει επίδομα, ή στον Ρίκι, που οδηγεί ατελείωτες ώρες μέσα σε ένα βαν στο «Sorry we missed you», παρά μόνο αν ανατρέξει στις απεργίες των ανθρακωρύχων του 1984 και στο τεράστιο πλήγμα που προκάλεσαν στην εργατική τάξη οι αντισυνδικαλιστικές αποφάσεις της Μάργκαρετ Θάτσερ. Τότε οι άνθρωποι ενώθηκαν και δημιούργησαν κοινότητες. Μετά την απεργία, οι κοινότητες αυτές διαλύθηκαν και χάθηκε οτιδήποτε έκανε τη ζωή λίγο καλύτερη στα χωριά. Τα ταχυδρομεία, τα κολυμβητήρια, οι βιβλιοθήκες, τα μικρά καταστήματα σταδιακά χάθηκαν. Οι φωτογραφίες στον τοίχο της παμπ στο «The Old Oak» είναι εκεί για να θυμίζουν τις απεργίες και ένα ένδοξο παρελθόν που όλοι έχουμε ανάγκη. Για εμάς είχε σημασία να δείξουμε πώς πήγαμε από την εποχή που τα συνδικάτα οργάνωναν την εργατική τάξη στη 14ωρη εργασία του «Sorry we missed you». Πώς φτάσαμε ο Ντάνιελ Μπλέικ να βασανίζεται από τη γραφειοκρατία; Πώς συνέβη αυτή η μετατόπιση στη συνείδηση; Για κατανοήσουμε αυτή την κοινωνική αλλαγή, έπρεπε να γυρίσουμε πίσω στα γεγονότα του 1984 και στον σημερινό τους απόηχο σε ένα μικρό χωριό όπως αυτό. Ένα χωριό όπου βρήκαν καταφύγιο κάποιοι άνθρωποι που δραπέτευσαν από φρικτούς πολέμους, όπως της Συρίας. Το χωριό αποτελεί έναν καμβά που μας δίνει την ευκαιρία να ξεδιαλύνουμε πολλά.
Τι τροφοδότησε την επιθυμία του ιδιοκτήτη της παμπ να βοηθήσει τους κατατρεγμένους πρόσφυγες με ένα πιάτο φαγητό;
Είναι απλώς ένας τίμιος άνθρωπος, αλλά με διαμορφωμένη ταξική συνείδηση από τους γονείς του, που συμμετείχαν στις απεργίες. Με τα χρόνια όμως η αυτοπεποίθησή του ξέφτισε, οι ελπίδες του υπονομεύτηκαν, όπως και τόσων άλλων της γενιάς του, που ένιωσαν απελπισμένοι. Η κρίση τον τσάκισε, αλλά μέσα από τη συνύπαρξή του με τους υπόλοιπους της κοινότητας κατάφερε να μείνει όρθιος. Έτσι, αφήνει ίχνη ελπίδας αυτή η ιστορία.

Σε μια σκηνή ένα παιδί του χωριού βλέπει έναν μικρό μετανάστη να παίρνει από δωρεές ένα ποδήλατο, και φυσικά ζηλεύει. Το παιδί δεν αντιλαμβάνεται τον ξεριζωμό και απλώς βλέπει ένα ξένο παιδί να αποκτά κάτι πολύτιμο. Δεν δίνετε εύκολες απαντήσεις για τον ρατσισμό και εξερευνάτε την πηγή της αντιπαλότητας.
Αυτή η προσέγγιση έχει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον για μένα. Όταν οι Σύροι έφτασαν σε μια χώρα όπως η Αγγλία, το τελευταίο πράγμα που περίμεναν να συναντήσουν ήταν η πείνα. Δεν περίμεναν να βρουν ανθρώπους με άδεια ψυγεία και με κομμένο το ηλεκτρικό ρεύμα. Μίλησα με ακτιβιστές που μου το επιβεβαίωσαν. Έχει πολλά επίπεδα αυτή η ιστορία αν θέλουμε να κατανοήσουμε αυτή την κοινωνική σύγκρουση - τόσο την πίεση που ένιωθαν οι Σύροι όσο και τη δυσφορία της τοπικής κοινωνίας. Αυτό το ντόπιο αγόρι δεν είχε καμία ελπίδα να αποκτήσει δικό του ποδήλατο. Η ελπίδα όμως προαπαιτεί και ενσυναίσθηση. Το να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση των ξένων που έχασαν τον τόπο τους αλλά και στη θέση των ανθρώπων που κάνουν τη σκληρή δουλειά, που μαζεύουν τα τρόφιμα και συντονίζουν τις αγαθοεργίες. Και, σύμφωνα με την παράδοση των αγώνων της κοινότητας των ανθρακωρύχων, όλοι τρώνε μαζί, στο ίδιο τραπέζι. Ήθελα να αναλύσουμε την πηγή της οργής, καθώς μετά την κρίση οι τιμές των σπιτιών έπεσαν κατακόρυφα και οι βρετανικές Αρχές έστελναν στα μέρη αυτά αδιακρίτως τους άπορους, τους εξαρτημένους και τους αποφυλακισμένους, με απολύτως καμία μέριμνα. Οι ντόπιοι λοιπόν αντιδρούσαν οργισμένα γιατί είχαν ήδη λιγοστούς πόρους. Για τον δικαιολογημένο τους θυμό όμως δεν έφταιγαν οι φτωχοί μετανάστες, αλλά η απαράδεκτη βρετανική κυβέρνηση.
Όταν γράφετε τα σενάριά σας, τι έρχεται πρώτο, οι χαρακτήρες ή το περιβάλλον και οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν;
Αυτά συνήθως πάνε μαζί. Όταν σκέφτομαι έναν χαρακτήρα, αυτός δεν προκύπτει ανεξάρτητα από τις συνθήκες που ζει. Σκέφτομαι τι επιλογές έχει διαθέσιμες και πώς τον επηρεάζει η εξουσία. Σε περιπτώσεις όπως στην ταινία «Το όνομά μου είναι Τζο» η κοινωνία που ζει ο χαρακτήρας υπαγορεύει και εκλογικεύει την ιστορία του. Η δομή της ιστορίας προκύπτει από το περιβάλλον που ζουν οι άνθρωποι και τους περιορισμούς τους. Συχνά βασίζω τους χαρακτήρες σε δικές μου εμπειρίες. Για το «Τραγούδι της Κάρλα» έγραψα για όσα είδα όταν δούλευα ως δικηγόρος για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Νικαράγουα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Για το «Ψωμί και τριαντάφυλλα» έγραψα για όσα είδα ως εθελοντής στον αγώνα των καθαριστών για συλλογικές συμβάσεις.

Με τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος ώστε η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη να υπερισχύσουν του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού;
Είναι φανερό γιατί ο κόσμος απελπίζεται σήμερα. Δες την κρατική τρομοκρατία στη Γάζα, την υποκρισία των δυτικών κυβερνήσεων, ειδικά του ΝΑΤΟ, που καταδίκαζαν τη Ρωσία όταν ανατίναζε νοσοκομεία, αλλά σιωπούν όταν το κάνει ο σύμμαχός τους, το Ισραήλ. Δες την απάνθρωπη συμπεριφορά της βουλγαρικής κυβέρνησης στους ανθρώπους που αναζητούν πέρασμα στη Σερβία ή τη βία στα σύνορα της Κροατίας και της Βοσνίας. Όταν ήμουν στην Ελλάδα, πριν από λίγες μέρες, άκουσα περισσότερα για το παράνομο pushback του Λιμενικού στα ανοιχτά της Πύλου. Αυτά είναι εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, κρατικές δολοφονίες. Διάβαζα μια δήλωση του πρωθυπουργού σας, του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν ήταν τις προάλλες στη Γερμανία, που είπε: «Το Λιμενικό δεν είναι υπηρεσία υποδοχής. Το ίδιο ισχύει και για τους συνοριοφύλακες στα χερσαία σύνορα». Τι κυνισμός! Είναι σαρκαστικός όταν ξέρει ότι οι Αρχές απώθησαν ανθρώπους σπάζοντας μηχανές και πετώντας κινητά στη θάλασσα. Γνωρίζουν τι συνέβη. Υπάρχουν μαζικοί ισχυρισμοί για κρατική τρομοκρατία. Οι άνθρωποι που την εκτελούν διαπράττουν φόνο. Και ο Έλληνας πρωθυπουργός πρέπει να το γνωρίζει. Και η Ευρώπη το γνωρίζει, και η Frontex το γνωρίζει. Είναι ντροπή και υποκρισία. Αναρωτιέμαι τι σκέφτονται οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα και ακούνε για ιστορίες φόνου από τις τοπικές Αρχές. Οι Έλληνες που γνώρισα είναι τόσο γενναιόδωροι και καλόκαρδοι. Το να σκέφτονται ότι η κυβέρνησή τους κάνει αυτά τα εγκλήματα τους γεμίζει οργή. Θα ήθελα να πω στον Μητσοτάκη ότι είναι υποκριτής. Η ιδέα πως μπορεί να αστειεύεται και να είναι σαρκαστικός με τις μητέρες και τα παιδιά που αφέθηκαν να πνιγούν στα κύματα είναι αηδιαστική. Η δική μας κυβέρνηση δεν είναι καλύτερη. Είναι το ίδιο υποκριτές. Το σύστημα Υγείας στην Αγγλία καταρρέει, υπάρχει πρόβλημα στέγασης. Και ποιο θεωρούν ως μεγαλύτερο πρόβλημα; Τη μετανάστευση. Πρέπει να μάθουμε να μοιραζόμαστε. Όχι να πετάμε τους ανθρώπους αβοήθητους στην Ελλάδα. Ή στην Ιταλία και στην Ισπανία, χώρες με φασιστικό παρελθόν. Χρειαζόμαστε ένα ρεαλιστικό σχέδιο και με ενσυναίσθηση να δουλέψουμε συλλογικά.
Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Διανύουμε μια υπαρξιακή κρίση. Πρέπει να ακούσουμε όσα λένε οι επιστήμονες για τη συγκράτηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από 1,5 βαθμό Κελσίου. Κι αυτοί δίνουν φοροαπαλλαγές στις πετρελαϊκές εταιρείες. Υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε όσα κάνουν οι πολιτικοί και σ’ αυτά που χρειάζεται η κοινωνία. Είναι καιρός για αλλαγή. Καιρός για επανάσταση. Είναι τρομερή η εποχή μας. Μια εποχή ηλιθιότητας, όπου πολλοί δεξιοί αρνούνται την κλιματική αλλαγή, και ταυτόχρονα μια εποχή συστηματικής βίας. Υπάρχει και κρίση στην Αριστερά, που είμαστε πιο διχασμένοι από ποτέ, αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση…