Live τώρα    
Κωστούλα Τωμαδάκη / Τέσσερις φορές «αόρατες». Γυναίκες, ξένες, φτωχές και αμόρφωτες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κωστούλα Τωμαδάκη / Τέσσερις φορές «αόρατες». Γυναίκες, ξένες, φτωχές και αμόρφωτες

134231231.jpg
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Γυναίκες «αόρατες», αυτές που τις μετεμφυλιακές δεκαετίες του ’60 και του ’70 μετανάστευαν μαζικά στη Γερμανία για να ξεφύγουν από τη φτώχεια, πρωταγωνιστούν στην ταινία «Η Μητέρα του σταθμού» της Κωστούλας Τωμαδάκη. «Η επίσημη Ιστορία ποτέ δεν κατέγραψε τις γυναίκες μετανάστριες στη Γερμανία. Ήταν τέσσερις φορές “αόρατες”. Ήταν γυναίκες, ξένες, φτωχές και οι περισσότερες αμόρφωτες, επομένως δεν είχαν “λόγο ύπαρξης” για το επίσημο κράτος και την Ιστορία» λέει η σκηνοθέτρια, που μέσα από την ταινία της καταγράφει τη δική τους φωνή αλλά και τη φωνή των θυγατέρων τους, «όπως και εκείνη των γυναικών που μετανάστευσαν μετά το 2008 εξαιτίας της οικονομικής κρίσης». Τρεις γενιές μεταναστριών και μπόλικα στοιχεία μη ορατότητας μέσα σε μία ταινία που αφηγείται ιστορίες απλών γυναικών με μεγάλο, όμως, κουράγιο.

Εχοντας διαγράψει μια μεγάλη διαδρομή και έχοντας βραβευτεί σε διεθνή φεστιβάλ, η ταινία προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Wift Gr 50/50 Iσότητα και στον Κινηματογράφο το επόμενο Σάββατο (6 μ.μ.), που συμπίπτει με την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών. Με αφορμή την προβολή της, η Κωστούλα Τωμαδάκη μιλάει για τις «αόρατες» γυναίκες και τα παιδιά-βαλίτσα, για τις συνθήκες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν καλύτερες μέρες για τα παιδιά τους, για τα νήματα που συνδέουν τις τρεις γενιές γυναικών μεταναστριών στη Γερμανία, αλλά και εκείνα τα νήματα που δεν συνδέουν τη δική μας μεταναστευτική εμπειρία με τον «άλλο» που καταφεύγει κυνηγημένος και πεινασμένος στη δική μας χώρα σήμερα. «Όταν έχεις το πολύνεκρο ναυάγιο στην Πύλο, σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι μάθαμε πολλά από τη δική μας μεταναστευτική εμπειρία, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο» λέει η σκηνοθέτρια και επιμένει ότι «αξίζει τον κόπο ο κόσμος μας να γίνει λίγο πιο ευρύχωρος».

Κυρίως ασχολείσαι με τη μυθοπλασία. «H Mητέρα του σταθμού» είναι το πρώτο σου ντοκιμαντέρ;

Ουσιαστικά ναι, αφού μέχρι τώρα είχα κάνει ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Εδώ με συνεπήρε το θέμα κι αυτό που διαπίστωσα όταν ολοκλήρωσα την ταινία είναι ότι στο ντοκιμαντέρ περιορίζεις τα πάντα στο απολύτως απαραίτητο. Δίνεις τη δυνατότητα στον καθημερινό άνθρωπο να γίνει πρωταγωνιστής, να πει την ιστορία του κατευθείαν στον φακό, στον θεατή. Αυτό που μένει αποκτά μια ομορφιά, μια αυθεντικότητα, κυρίως όμως γίνεται τεκμήριο για μια εποχή, για μια συνθήκη.

Ποια είναι η «Μητέρα του σταθμού»;

Η «Μητέρα του σταθμού» είναι κάθε μάνα που αγωνίζεται για να ζήσουν τα παιδιά της σε έναν καλύτερο, πιο δίκαιο, πιο όμορφο κόσμο. Στην ταινία οι μάνες έβλεπαν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν μέσα από τις φωτογραφίες, τα παιδιά, από την άλλη, αυτές τις μάνες δεν τις θυμόνταν, αλλά πήγαιναν στις ντουλάπες του σπιτιού, χάιδευαν και μύριζαν τα ρούχα της μαμάς που είχε φύγει για να δουλέψει στις φάμπρικες της Γερμανίας. Κάνει ζουμ σ’ αυτές τις φωτογραφίες προσπαθώντας να διακρίνει τα διλήμματα, τις συγκρούσεις, το τραύμα που κουβαλάνε μανάδες και παιδιά στην ψυχή τους. Καταγράφει, όμως, και το όνειρο, την επιθυμία του σμιξίματος. Αυτές οι γυναίκες έχουν μια τεράστια δύναμη γιατί ξεκίνησαν τον δρόμο προς τη μετανάστευση χωρίς να ξέρουν ούτε σε ποιο μέρος ακριβώς θα πάνε ούτε τη γλώσσα. Ξέρανε μόνο ότι θα πάνε στη Γερμανία να δουλέψουν σε κάποιο εργοστάσιο, που συνήθως έφτιαχνε πορσελάνες και ηλεκτρολογικό υλικό. Βλέποντας κι εγώ μετά την ταινία, διαπίστωσα ότι σε τέτοια εργοστάσια προτιμούσαν γυναίκες γιατί είχαν λεπτά και ευέλικτα δάχτυλα. Η «Μητέρα του σταθμού» είναι η γυναίκα που φεύγει τις δεκαετίες του ’60 και των αρχών του ’70 κυρίως από τα φτωχά χωριά της Μακεδονίας με πλοία και τρένα, αναζητώντας το εισιτήριο της εξόδου από τη μεγάλη φτώχεια.

Ομως η ταινία δεν περιορίζεται στις γυναίκες της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς. Μιλούν, επίσης, γυναίκες που έφυγαν εξαιτίας της κρίσης του 2008, πολλές από τις οποίες είναι κόρες ή εγγονές της πρώτης φουρνιάς μεταναστριών. Κυρίως, όμως, η ταινία κάνει ζουμ στα παιδιά-βαλίτσα, στις κόρες, δηλαδή, της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς, που μεγάλωσαν είτε στην Ελλάδα με τις γιαγιάδες είτε στη Γερμανία, ανάμεσα σε δυο διαφορετικές κουλτούρες και κοινωνίες, και ουσιαστικά συγκροτούν τη δεύτερη γενιά μεταναστριών στη Γερμανία.

Γιατί ασχολείσαι μόνο με τις μετανάστριες στη Γερμανία;

Γιατί ήταν μάλλον το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα. Ας θυμηθούμε ότι είχε υπογραφεί διακρατική συμφωνία το 1960 ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία για αποστολή εργατών από τη χώρα προς τις γερμανικές βιομηχανίες. Όπως, άλλωστε, λέει στην ταινία η κυρία Σούλα, μετανάστρια πρώτης γενιάς, οι άνθρωποι τότε «έφευγαν σαν κοπάδι και πήγαιναν στη Γερμανία, που μπορεί να έχασε τον πόλεμο, αλλά κέρδισε τον ανθό της Ευρώπης που πήγε να δουλέψει στις φάμπρικες».

Ήταν μόνο η φτώχεια που τις οδήγησε στη μετανάστευση;

Κυρίως ήταν η φτώχεια, αλλά για κάποιες απ’ αυτές η ξενιτιά ήταν μονόδρομος. Όπως φαίνεται και από τις αφηγήσεις τους, μερικές έφυγαν μόνες γιατί οι άντρες τους απαγορευόταν να βγουν από την Ελλάδα λόγω πολιτικών φρονημάτων. Οι αριστεροί στο μετεμφυλιακό κράτος ή ήταν φυλακή και εξορίες ή τους απαγορευόταν η έξοδος από τη χώρα. Φανταστείτε, λοιπόν, μια γυναίκα μόνη, με ένα ή δύο παιδιά και με το στίγμα το πολιτικό να βρίσκεται σε μια ξένη χώρα, αντιμέτωπη με όλα τα προφανή, αλλά ακόμα και, σε μερικές περιπτώσεις, με τον ρατσισμό. Η κυρία Σούλα λέει επίσης ότι «είμαστε στο εργοστάσιο σε διπλανές μηχανές και όταν έπρεπε να κυκλοφορήσει η Γερμανίδα συναδέλφισσα, έπρεπε εμείς οι ξένες να κάνουμε στην άκρη για να περάσει».

Γιατί ονομάζεις τις πρωταγωνίστριές σου «αόρατες γυναίκες»; Πού εντοπίζεις τη μη ορατότητα;

Η επίσημη Ιστορία ποτέ δεν κατέγραψε τις γυναίκες μετανάστριες στη Γερμανία, αυτές που μιλούν στην ταινία και πολλές άλλες ακόμα που εξακολουθούν να μένουν χωρίς φωνή. Οι γυναίκες αυτές ήταν τέσσερις φορές «αόρατες». Ήταν γυναίκες, ξένες, φτωχές και οι περισσότερες αμόρφωτες. Επομένως δεν είχαν «λόγο ύπαρξης» για το επίσημο κράτος και την Ιστορία. Ακόμα και στα αρχεία που έψαξα δεν εντόπισα στοιχεία για γυναίκες μετανάστριες. Κατέφυγα έτσι κυρίως στα προσωπικά αρχεία αυτών των γυναικών και σ’ ένα φιλμ super 8 της φιλολόγου Παναγιώτας Αϊνατζή, που καταγράφει τη ζωή στο χωριό με τη γιαγιά και τη ζωή στη Γερμανία με τη μαμά. Αυτό το ασπρόμαυρο τεκμήριο μπορεί να διαβαστεί και ως χρονικό της δεκαετίας του 1960 και του 1970 με μουσική υπόκρουση τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, που τραγουδάει η 90χρονη Αγάπη Αρτζανίδου, από τις πρώτες μετανάστριες που έφτασαν στη Γερμανία. Η έλλειψη φωνής, άλλωστε, ήταν και η αφορμή για να γίνει η ταινία. Από την έρευνά μου δεν εντόπισα, επίσης, άλλη ευρωπαϊκή ταινία που να εστιάζει στις γυναίκες μετανάστριες από την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία, που επίσης τροφοδότησαν τις γερμανικές φάμπρικες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που προκλήθηκε τέτοιο ενδιαφέρον από διεθνή φεστιβάλ στην Αμερική, στην Αυστραλία, ακόμα και στην Ινδία για την ταινία.

Στην ταινία καταγράφεις τρείς γενιές μεταναστριών. Εντοπίζεις ομοιότητες ή διαφοροποιήσεις ανάμεσά τους;

Μια μεγάλη διαφορά που εντοπίζεται είναι ότι μετά το 2008 το μεγάλο μέρος όσων μετανάστευσαν στο εξωτερικό λόγω της οικονομικής κρίσης, αν και θύμιζε το φαινόμενο της μεγάλης εξόδου μετά τον πόλεμο, είναι κυρίως εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό. Αυτές οι γυναίκες, σε αντίθεση με τις μανάδες και τις γιαγιάδες τους, είχαν προσόντα, είχαν τη δυνατότητα επίσης να επιλέγουν το εργασιακό τους περιβάλλον και ακόμα περισσότερο τη χώρα που θα στήσουν τη ζωή τους. Όλες τις ενώνει ένα κοινό νήμα, η νοσταλγία για την πατρίδα που άφησαν πίσω τους και τους ανθρώπους τους. Είναι πολύ συγκινητική η αφήγηση της Θεανώς Βασιλικού που λέει κλαίγοντας ότι τα παιδιά της, που γεννήθηκαν και ζουν στο Μόναχο, θέλει «να αγαπήσουν τη γλώσσα και καθετί ελληνικό». Υπάρχει, όμως, και η Παναγιώτα Αϊνατζή, η οποία ως καθηγήτρια πλέον επέστρεψε στο ελληνικό Γυμνάσιο της Στουτγκάρδης, στο οποίο φοίτησε η ίδια, για να διδάξει πλέον τα παιδιά των συμμαθητών της, μια νέα, δηλαδή, φουρνιά μεταναστών τρίτης γενιάς.

Η ταινία εστιάζει, επίσης, στα πολλαπλά τραύματα της μετανάστευσης. Πώς το διαχειρίστηκες;

Πιάνοντας στα χέρια μου τις φωτογραφίες από τα προσωπικά αρχεία των γυναικών την ώρα που συνομιλούσα μαζί τους, έβλεπα να ξαναζούν την ιστορία τους. Να θυμούνται τα δύσκολα αλλά και τα όμορφα, όπως ήταν τα γλέντια και οι γιορτές τους, τα καλοκαίρια που ενώνονταν με την οικογένεια που άφησαν πίσω στα χωριά τους, αλλά και τις δύσκολες στιγμές του αποχωρισμού όταν τα παιδιά έβλεπαν τις βαλίτσες και τη μάνα τους να φεύγει μακριά. Ο αποχωρισμός είναι το μεγάλο τραύμα κυρίως της δεύτερης γενιάς μεταναστριών. Επίσης, μεγάλο είναι το τραύμα της απουσίας του γονιού. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό που αφηγείται η Έλενα Αρτζανίδου για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τη μητέρα της και πόσο δύσκολες ήταν από το μοναδικό τηλέφωνο στο καφενείο του χωριού. «Έπρεπε να πεις το σ’ αγαπώ και να το ακούσουν όλοι, κι εσύ δεν ήθελες να το μοιραστείς» λέει στην ταινία. Φυσικά είναι και το τραύμα της ίδιας της μετανάστευσης. «Γιατί είμαι εδώ τώρα;» αναρωτιέται μια νεαρή. Εκτός από το τραύμα του ρατσισμού, είναι επίσης και το τραύμα που αφήνει στη δεύτερη γενιά μεταναστριών αυτό του χουντικού δασκάλου στο ελληνικό σχολείο της Γερμανίας εκείνη την εποχή, αλλά και στο ελληνικό όταν λίγο αργότερα επέστρεψε, όπως αφηγείται η Μαρία Κουκουβίνου, που λέει χαρακτηριστικά ότι το χαστούκι είναι νωπό ακόμα στο πρόσωπό της.

Η ταινία σου έρχεται σε μια περίοδο που η μετανάστευση είναι πάλι παρούσα, με χιλιάδες ανθρώπους να φτάνουν και στη χώρα μας κυρίως από την Ανατολή. Εμείς οι μετανάστες υποδεχόμαστε τους «άλλους». Μάθαμε κάτι από τη δική μας περίπτωση;

Νομίζω πως όχι. Όταν έχεις το πολύνεκρο ναυάγιο στην Πύλο, σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι μάθαμε πολλά από τη δική μας μεταναστευτική εμπειρία, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο. Απλώς κρατάς σε εγρήγορση τις προσωπικές σου ανησυχίες και μπορείς να τις μεταγγίσεις μέσω του έργου σου. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπη με ένα σωρό προσωπικές ιστορίες μετανάστευσης, θες δεν θες μπαίνεις στη θέση του μετανάστη και σκέφτεσαι αν θα μπορούσες να αντέξεις τόση δυστυχία και ερημιά. Αξίζει τον κόπο ο κόσμος μας να γίνει λίγο πιο ευρύχωρος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0