Το «Ay Carmela» του Χοσέ Σάντσις Σινιστέρα τυπικά μας αφηγείται μια ιστορία του Εμφυλίου της Ισπανίας: ένα ζευγάρι δημοκρατικών λαϊκών περιπλανώμενων θεατρίνων, της Καρμέλα και του Παουλίνο, πέφτει από ένα μοιραίο λάθος στα χέρια της φρανκικής πολιτοφυλακής. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τις ηρωικές και αντιηρωικές συνάμα προσπάθειες επιβίωσης των δύο πρωταγωνιστών, που αναγκάζονται να δώσουν ενώπιον των φασιστών μια θεατρική παράσταση η οποία εξυμνεί τον Φράνκο και εξευτελίζει τη Δημοκρατία. Ταυτόχρονα, όμως, ως παράσταση θεατρική, ξεγελά και υπονομεύει εκείνους στους οποίους απευθύνεται, δείχνοντας ταυτόχρονα σ’ εμάς, στους σημερινούς θεατές, την ανελεύθερη, φασιστική, εγκληματική κουλτούρα και νοοτροπία.
Τι είναι ηρωικό και τι όχι, κάτω από δεδομένες συνθήκες, αποτελεί το επίπονο και πάντα επίκαιρο μπρεχτικό (και θερβαντικό συγχρόνως) ερώτημα που θέτει το έργο. Οι απλοί και ανώνυμοι «ήρωες», όχι οι επώνυμοι και μεγαλόσχημοι, είναι για τον Θερβάντες, για τον Μπρεχτ αλλά και για τον Σινιστέρα το «αλάτι» που σώζει την ατομική και τη συλλογική μας μνήμη από τον λήθαργο και τη λήθη του θανάτου.
«Θεματικά», το έργο αναφέρεται στη συλλογική τραγωδία του ισπανικού λαού, με την μπρεχτική παρότρυνση να δείξει μέσα από τη λαϊκότητα της Καρμέλα και του Παουλίνο την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης που είναι ικανή, υπό οριακές συνθήκες, και για τον ηρωισμό και για τον εξευτελισμό. Ωστόσο, το κείμενο προχωρά πολύ παραπέρα, όπως επισημαίνει στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης. Μιλά για την προσωπική και τη συλλογική αξιοπρέπεια του νικημένου και κυρίως για τον δεύτερο θάνατο των νεκρών, που είναι η λήθη.
Η Καρμέλα είναι νεκρή, επειδή αντιστάθηκε στους φασίστες. Και ταυτόχρονα δεν είναι νεκρή. Το έργο εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, το πραγματικό και το φανταστικό. Το ταξίδι της Καρμέλα και του Παουλίνο δεν είναι ούτε ηρωικό ούτε αντιηρωικό, είναι μια μείξη κωμική και τραγική ταυτόχρονα, επειδή το τέλος ενός λανθασμένου ταξιδιού σημαίνει την αρχή ενός άλλου ταξιδιού που έχει τη μορφή δοκιμασίας. Η Καρμέλα θα πεθάνει, αλλά θα είναι αιωνίως παρούσα ως επιστρέφουσα στη μνήμη του Παουλίνο, που πρέπει να περάσει όλη τη διαδικασία του πένθους και της απώλειας μέσα στις ταπεινωτικές συνθήκες της αιχμαλωσίας.
Το έργο είναι τυπικά και ουσιαστικά ισπανικό, βγαίνει μέσα από την κουλτούρα ενός λαού που υποδέχτηκε τον «απελευθερωτή» Ναπολέοντα με το σύνθημα «Κάτω η ελευθερία!». Τέτοιο έργο, γλυκό στη γεύση και πικρό στην κοιλιά, είναι το «Ay Carmela».
Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Κυριακού στην καλή μετάφραση του ίδιου (δραματουργία και κίνηση της Κατερίνας Μπιλάλη) πιάνει και συνθέτει όλα τα επίπεδα του έργου: το πραγματικό και ρεαλιστικό, το φανταστικό και ονειρικό, το ποιητικό, το πολιτικό και το βαθύτερο ψυχαναλυτικό. Πετυχαίνοντας μια καθαρτήρια μείξη που συνδυάζει τον πικρό τόνο του Εμφυλίου με ένα αιχμηρό μαύρο χιούμορ. Μια παιγνιώδης εναλλαγή ρυθμών και τόνων για να εξερευνηθούν νέες θεατρικές μορφές, συνδυάζοντας Μπρεχτ, Μπέκετ, Πίντερ, Λόρκα, με τραγούδια, χορό, μαγεία, καμπαρέ, βαριετέ, μια λαϊκή μπαλάντα εντέλει σε μια μεταθεατρική περιοχή όπου η μυθοπλασία γίνεται πραγματικότητα και όπου όλα είναι δυνατόν να συμβούν.
Εδώ συμβαίνει το κύριο, δύο ασκημένοι σωματικά και πνευματικά ηθοποιοί (Κ. Κυριακού, Κ. Μπιλάλη) αποδίδουν εκλεκτά και ομοιοπαθητικά το δίδυμο, ανδρόγυνο πλάσμα του Αρλεκίνου και της Κολομπίνας, ανθρώπινες μαριονέτες στην επίπονη μετάβασή τους από το ξύλο της ζωής σε ζωντανή σάρκα και τανάπαλιν. Η Κ. Μπιλάλη πετυχαίνει να ενδυθεί μια τέλεια σχεδόν μουσική ισπανική χορευτική φιγούρα με μορφή αινιγματικής γυναίκας -Κάρμεν- και ο Κ. Κυριακού γίνεται ο αντίστοιχος ιδεατός της από σάρκα αρσενικός εταίρος, από τη «μεγάλη φυλή του αστενικού», όπως θα έλεγε αφοπλιστικά ο δικός μας Κωστής Παλαμάς. Με το ωραίο τραγούδι και τη μουσική της Άρτεμης Ματαφιά, τα οργανικά σκηνικά-κοστούμια της Κατερίνας Τσακότα, τους καίριους φωτισμούς του Λέοντα Εσκενάζυ.