Ο «Βόυτσεκ» του Μπίχνερ (1836) είναι το αινιγματικά γοητευτικό έργο που ο πρόωρος θάνατος του συγγραφέα, μόλις στα 24 χρόνια του, άφησε ημιτελές, αλλά συγχρόνως τέλεια «ακονισμένο», σαν κόψη ξυραφιού που τέμνει εγκάρσια την εποχή μας: ένα κείμενο πρώιμου υπαρξιακού και κοινωνικού προβληματισμού που μας διηγείται τη ζωή και τον θάνατο ενός ιδανικού «προλετάριου» πριν ακόμη εισαγάγει τον όρο ο Μαρξ στην Κοινωνιολογία.
Αυτός είναι ο «Βόυτσεκ», στηριγμένος σε μια αληθινή ιστορία και τροχισμένος πάνω σε σαιξπηρικά πρότυπα. Ένα κείμενο που τα σπαράγματά του «βγάζουν φωτιές», με γλώσσα ανοιχτή σε όλες τις εκδοχές του πάθους και του μοιραίου, σαν πύλη για να εισβάλει στην εφησυχασμένη και επιφανειακά «πολιτισμένη» εποχή μας ολόκληρος ο κόσμος της αγριότητας κρυμμένος πίσω από τους παραπλανητικούς καθρέφτες της αστικής ευμάρειας. Ο κόσμος του Σαίξπηρ, που προηγείται σταθερά κάθε μάταιης προσπάθειάς μας να μεταφράσουμε την πραγματικότητα σε απόλυτα λογικές κατηγορίες, και ο κόσμος του Ίψεν, που έπεται όλων των ματαιωμένων προσπαθειών μας να «εκλογικεύσουμε» τη φύση.
Αντικείμενο ενός απάνθρωπου ιατρικού πειράματος, ο στρατιώτης Βόυτσεκ, ταυτόχρονα καθηλωμένος σταυρικά στην ιδεατή εικόνα της Μαρίας, μιας γυναίκας στα μισά της διαδρομής ανάμεσα σε πόρνη και αγία, ο ήρωάς μας, αμλετικός χωρίς να το ξέρει, αμφίθυμος απέναντι στη ζωή, ζωικά ενστικτώδης, μεταφέρει στους ώμους του όλη την αγωνία του πεσμένου αρχαγγελικού προδρόμου του, του Άμλετ, προλετάριος ο ίδιος, πάσχων και καταλύτης, θύμα και θύτης, που θα σκοτώσει ό,τι πιο πολύ αγαπάει: τη Μαρία.
Στη γέννηση της νεότερης δυτικής μεταφυσικής, ο Σαίξπηρ-Άμλετ μεταφράζει την πραγματικότητα σε απόλυτα λογικές κατηγορίες, αλήθεια-ψέμα, καλό-κακό, για να στήσει την «παράσταση μέσα στην παράσταση» και να τσακώσει «σαν σε ποντικοπαγίδα» την ένοχη «συνείδηση του βασιλιά». Αντιστρόφως ανάλογα, ο Μπίχνερ-Βόυτσεκ μόλις «προλαβαίνει» με τη δική του «παράσταση μέσα στην παράσταση» το ψυχορράγημα της δυτικής μεταφυσικής, τη στιγμή που αυτή τείνει να μετατρέψει την ανάγκη σε ιδεολογία και την ιδεολογία σε ιδεοληψία. Από δω και μπρος, μόνο ρεαλισμός. Αλλά ένας ρεαλισμός ραγισμένος κάθετα, ονειρικός. Αυτό είναι το έργο «Βόυτσεκ».
Η σκηνοθεσία του Σταύρου Τσακίρη στο Θέατρο Πόλη πιάνει όλα τα βασικά σημεία-κλειδιά, ερωτήματα και αρθρώσεις του έργου. Δεν αρκείται να τα υποδείξει, αλλά εισέρχεται σ’ αυτά για να τα κάνει απτά στο κοινό. Σε ένα κείμενο ασφυκτικού ερωτικού πάθους, όπου τα πάντα παρασύρονται σαν μέσα σε ένα στρόβιλο, όπου τα πρόσωπα δεν χωρούν στο «πετσί» τους, ιδρώνουν σπέρμα και αίμα, η σκηνοθεσία δεν δίστασε να χτυπήσει το «καρφί στο κεφάλι» φοβούμενη μήπως ραγίσει το υλικό της. Αυτό ήταν το ζητούμενο, άλλωστε, και η ταυτότητα της παράστασης: ένας ραγισμένος, αλλά όχι συντετριμμένος ανθρώπινος ανθρωπισμός.
Η διασκευή του σκηνοθέτη «πλαταίνει» το έργο ευεργετικά δίχως να του στερεί το βάθος, εντάσσοντας αρμονικά, σαν σε βάθος πίνακα, στοιχεία και από τις τέσσερις παραδομένες γραφές του. Η διδασκαλία και απόδοση των ρόλων, με προεξάρχουσα τη Βασιλική Τρουφάκου, είναι πυρηνική. Η καλή μας ηθοποιός «ενδύεται» κυριολεκτικά τη Μαρία και «παίρνει πάνω της» με ώριμη τεχνική, ανθηρό συναίσθημα, φιλοκαλία και γνώση τη σάρκα τού ρόλου. Από τον επίσης καλό Ιωάννη Παπαζήση (Βόυτσεκ) θα ήθελα δίπλα στη φιλότιμη και κοπιώδη προσπάθειά του μια πιο εγχάρακτη σαρκική κατάθεση, ιδίως στις κρίσιμες στιγμές μετάβασης του ήρωα από την επίγνωση στη γνώση και από την αδράνεια στη δράση.
Με δύναμη αποτυπώνει ο Ιάσων Παπαματθαίου το αχρείο ήθος του Λοχαγού. Είναι δημιουργικά στιγμιοτυπικός ο Αντρές του Ορφέα Παπαδόπουλου, εύγλωττος με κωμικά στοιχεία ο Γιατρός του Αργύρη Αγγέλου. Η «κυρία που λέει παραμύθια» της Ηρούς μου φάνηκε ως ρόλος λίγο «πεποιημένος» και ελάχιστα μπρεχτικός, παρά τον σχεδιασμό του.
Η μουσική και τα τραγούδια του Μίνωα Μάτσα ταίριαζαν, τα σκηνικά-κοστούμια του Αλέξανδρου Ψυχούλη υπηρετούσαν, οι στίχοι της Σοφίας Καψούρου δεν αντιδικούσαν. Βοηθός δραματουργίας και σκηνοθέτη, η Δήμητρα Πετροπούλου.