Του Λέανδρου Πολενάκη
Η Ιφιγένεια εν Ταύροις είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο έργο. Η δομή της θυμίζει την αινιγματική ευριπίδεια Ελένη. Και τα δύο έργα έχουν ως πυρήνα το λαϊκό μοτίβο της συνάντησης και θαυματουργής αναγνώρισης χαμένων συγγενών. Ακόμη, περιέχουν την εξαπάτηση και παραπλάνηση των ανθρώπων από τους θεούς. Έχουν αμφότερα αίσια έκβαση. Η «τραγική αναγνώριση» φέρνει το τέλος της «πλημμυρίδας του αίματος», ο αιμάτινος κύκλος κλείνει. Εμπεριέχουν μια εξόδια καταδίωξη των φυγάδων ηρώων, που λήγει προς όφελός τους, με την παρέμβαση της Αθηνάς στην Ιφιγένεια. Γιατί, όμως, η Αθηνά και όχι η Άρτεμις, η φυσική αυτουργός της θεϊκής εξαπάτησης; Επειδή, ενδεχομένως, η Ιφιγένεια εν Ταύροις αποτελεί ένα εκτεταμένο σχόλιο του Ευριπίδη στην Ορέστεια του Αισχύλου. «Προσάπτει» στον μεγάλο προκάτοχό του ότι «όλα τα τακτοποίησε», για όλα βρήκε λύση, εκτός απ' τη μικρή Ιφιγένεια, που την άφησε στη λήθη ανθρώπων και θεών (βλ. το πικρό παράπονό της στο έργο, ότι όλοι την έχουν λησμονήσει). Ο Ευριπίδης αποκαθιστά τη «χαμένη τιμή» της κόρης, που έγινε, άθελά, της από θύμα θύτης. Οργανώνει την επιστροφή της, ως ιέρειας, πλέον, της Αρτέμιδος, στον ναό της Βραυρώνας, κοντά στην πόλη της Αθηνάς, την Αθήνα. Η Άρτεμις, όμως, δεν θα δέχεται πλέον θυσίες ανθρώπων... Το ξεπέρασμα της λατρευτικής ανθρωποθυσίας έγινε οριστικό, με το κύρος της θεάς Αθηνάς.
Το έργο του Ευριπίδη ίσως να αντιστοιχεί σε ένα μυθικό «ταξίδι στον κάτω κόσμο» δύο ανδρών ηρώων, για να «αποσπάσουν» από αυτόν έναν νεκρό, αν θεωρήσουμε τη ζοφερή Ταυρίδα ως μια μετωνυμία του κατασκότεινου Άδη. Ακόμα, συμπυκνώνει την «αιρετική» συλλογιστική του Ευριπίδη για το τι είναι βαρβαρότητα, τι πολιτισμός και ποιοι οι φορείς τους. Ότι ο πολιτισμός δεν είναι ίδιον των Ελλήνων, ούτε η βαρβαρότητα των ξένων. Ότι η βαρβαρότητα πολύ συχνά μπορεί να εμπεριέχεται στο κενό κέλυφος ενός «ανώτερου» πολιτισμού. Κάτι ακόμη: το έργο απηχεί έναν παμπάλαιο μύθο ή παραμύθι πολύ διαδεδομένο στη Μεσόγειο, για τον ξένο που φθάνει σε μια άγνωστη χώρα αναζητώντας τη χαμένη αδελφή του και καταφεύγει σε ένα πανδοχείο που διευθύνεται από δύο κακούργες γυναίκες, οι οποίες σκοτώνουν και ληστεύουν τους ξένους: τη μάνα και την αδελφή του. Δεν αναγνωρίζονται, γίνεται ο φόνος και η αλήθεια αποκαλύπτεται εκ των υστέρων (πάνω σε αυτό το λαϊκό αφήγημα έχτισε ο Καμύ το έργο Η παρεξήγηση). Αντλώντας από πολλές πηγές, ο Ευριπίδης έγραψε μια πλήρη τραγωδία του νόστου, με πυρήνα την τραγική αναγνώριση, που αναιρεί αναδρομικά την «πρωτοπήμονα άτη» (πρώτο φονικό).
Από όλα αυτά η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου με το ΚΘΒΕ «συνέπηξε» στην Επίδαυρο ένα χλωμό δραματάκι, σε αδόκιμη μετάφραση του ίδιου, «μεταμοντέρνα» χορογραφημένο (Σοφία Πάσχου) με «εκτός θέματος» μουσική (Κορνήλιος Σελαμσής), με εκτός μέτρου, δυσλειτουργικό σκηνικό (Ευαγγελία Θεριανού), με κοστούμια του χορού «ιδρυματικά» (Κλαιρ Μπρεϊσγουέλ), χωρίς διακριτό σκεπτικό, με ισχνότατους ρόλους. Κατανοώ το οξύ πρόβλημα των απλήρωτων υπαλλήλων και ηθοποιών του ΚΘΒΕ, μα αυτό δεν είναι πάντα δικαιολογία. Οι ηθοποιοί είναι πρώτα ηθοποιοί και ύστερα υπάλληλοι. Κι άλλοι πάσχουν, αλλά επιμένουν ποιοτικά. Αυτό που είδαμε δεν λέγεται παράσταση τραγωδίας και μετά δυσκολίας μπορεί να ονομασθεί θέατρο. Δύο παραδείγματα θα πω: μπαίνουν ο Ορέστης και ο Πυλάδης με χίλιες προφυλάξεις για να μην τους δουν, όπως δηλώνουν, και βαδίζουν ευθυτενείς, ακάλυπτοι, άνετοι, στο κέντρο της ορχήστρας, σαν να πηγαίνουν σε απογευματινό τσάι. Επαινεί μια κοπέλα του χορού τα όμορφα μαλλιά μιας άλλης, που είναι, φευ, με το κρανίο «γουλί»!
Η Αμαλία Μουτούση (Ιφιγένεια), με αστάθμητες, αψυχολόγητες, ψυχρές παύσεις, έκοβε τις φράσεις φέτες, όπως νοικοκυρά το σαλάμι, και απορρύθμιζε τον ποιητικό λόγο. Τον Γιώργο Χρυσοστόμου (Ορέστης) και τον Μιχάλη Συριόπουλο (Πυλάδης), με περιορισμένη κλίμακα κίνησης - φωνής, κατάλληλους, ίσως, για άλλα θεάματα, τους «κατάπιε» ακαριαία ο τιμωρητικός, αχανής, επιδαύριος χώρος. Ο Γιώργος Κολοβός (Θόας) διεκπεραίωνε σαν αγγαρεία τον ρόλο του. Οι δυο αγγελιαφόροι (Χρήστος Στυλιανού, Αναστάσης Ροϊλός), ανόρεχτοι, ούτε έδειξαν ούτε φάνηκαν. Την Αθηνά - κοριτσάκι με τους ακκισμούς της (Άννα Καλαϊτζίδου) μόνο ως εύπεπτο ανέκδοτο την είδα. Η είσοδος του χορού γυμνού, για να ενδυθεί όπως-όπως μπροστά στο κοινό, σε τι εξυπηρετούσε; Το επίσης γυμνό και ασάλευτο άγαλμα της Αρτέμιδος, μέσα σε «βιτρίνα» (Χρύσα Ιωαννίδου), θύμιζε περισσότερο αιχμάλωτη γυναίκα πίσω από γυαλί, στη γνωστή συνοικία του Άμστερνταμ. Η χαμένη τιμή της Ιφιγένειας δεν αποκαθίσταται με αυτά και με αυτά.