Του Λέανδρου Πολενάκη
Οι «Ευμενίδες» είναι ένα έργο παλαιό και νέο συγχρόνως, όπου για πρώτη φορά αναδύεται ακέραιη η έννοια της «θεατρικότητας», όπως την καταλαβαίνουμε σήμερα. Υπάρχουν πολλοί ορισμοί για τη θεατρικότητα, επιλέγω εκείνον του Αντάμωφ: «θεατρικότητα ενός δραματικού κειμένου είναι η ανάδυση, μέσω αυτού, στον αισθητό κόσμο, καταστάσεων και εικόνων που αποτελούν τα κρυμμένα ελατήρια της δράσης». Πράγμα που αποτελεί, ασφαλώς, μια αντίφαση, αν το δούμε μόνο υπό το πρίσμα της δικής μας διαλεκτικής, ως αντίθεση φωτός και σκότους: επειδή το «κρυφό», εμφανιζόμενο, λαμβάνει πάντα έναν «φαντασματικό» χαρακτήρα.
Η «θεατρικότητα», αν την δούμε σωστά, της «Ορέστειας», δεν προκύπτει από την αντίθεση φωτός και σκότους (του Απόλλωνα, θεού του φωτός, με τις θεότητες του σκότους, Ερινύες), ούτε τελειώνει με τον θρίαμβο του άπλετου φωτός. Συμβαίνει, εδώ, κάτι άλλο. Μετά την «πτώση» της Κλυταιμνήστρας ο άξονας της τριλογίας μετατοπίζεται. Το κρίσιμο ζήτημα, εφεξής, είναι ποιος θεός θα νικήσει την Ερινύα και ποιου θεού η στρατηγική θα περάσει. Του Απόλλωνα, που επιζητά την οριστική και ριζική εξάλειψη του «κακού» απ' τον κόσμο, ή του Διός που ξέρει ότι το «κακό» δεν νικιέται και επιδιώκει, όχι τη συντριβή των τεράτων αλλά τον δαμασμό τους ; Επειδή το αρχαιοελληνικό πνεύμα δεν είναι μανιχαϊστικό («καλό» εναντίον «κακού») και η θρησκευτική τους αντίληψη δεν είναι δυϊστική, όπως των Περσών. («Αχούρα Μάζδα» - «Αριμάν», αντίστοιχες θεότητες του «καλού» και του «κακού»). Βλέπει αμφότερα ως αξεδιάλυτα στοιχεία της ανθρώπινης υπόστασης. Αλλιώς η «κάθαρση» δεν θα είχε νόημα άλλο από τη διαιώνιση του φόνου. Όπως π.χ. στη ρωμαϊκή «μίμηση [τραγικής] πράξης», όχι [τραγική], μίμηση πράξης», του Σενέκα. (Παραπέμπω, με την ευκαιρία στο άκρως ενδιαφέρον σχετικό πόνημα της νέας Ελληνίδας ερευνήτριας Δέσποινας Νικηφοράκη, που κυκλοφόρησε μόλις στo Παρίσι, στις εκδόσεις «Presses Universitaires Du Midi», με τίτλο : «Emergences de la Theatralitè...» [«Αναδύσεις της θεατρικότητας...»], μια τιμή για την αγωνιζόμενη Ελλάδα).
Πρόκειται για ζήτημα εξόχως πολιτικό, στην εποχή μας, μάλιστα, με τον υποδόριο αλλά έκδηλο μανιχαϊσμό, όπου ζήσαμε και ζούμε ακόμη τις μοιραίες συνέπειες της κήρυξης ολοκληρωτικού «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», από έναν εκ των ισχυρών του πλανήτη...
Με τις «Ευμενίδες», όπου επικρατεί, διά της Αθηνάς, το σχέδιο του «Πατέρα των Θεών», ένταξης του «άλλου» σε «αυτό», ολοκληρώνεται η πορεία μετάβασης από τον Θεό της επιμεριστικής Δικαιοσύνης, τον Απόλλωνα, στον Θεό της αμέριστης Δικαιοσύνης, τον «Τέλειο» Δία. Κάτι σε απόλυτη συνάφεια με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της εποχής, όταν το κέντρο του ελληνικού κόσμου «μετακομίζει» από τους Δελφούς στην Αθήνα. Η θεματική της τριλογίας μετατοπίζεται, έτσι, από τριλογία της εκδίκησης σε τριλογία της Δικαιοσύνης, με την ανάδυση της Δημοκρατικής Πόλεως των ελεύθερων πολιτών. Ο Αισχύλος βάζει, άλλη μία φορά, τους Αθηναίους προ των ευθυνών τους, για την διαχείριση της νεόκοπης δημοκρατίας, ελευθερίας και ισχύος τους.
Έγραψα τα πιο πάνω με αφορμή το τόλμημα (που αποδείχθηκε περισσότερο από γόνιμο), της Στεφανίας Γουλιώτη να «ανεβάσει» τις «Ευμενίδες», στην «Πειραιώς», ως μονόλογο, στην ωραία και «βελτιωμένη» μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη (κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Σμίλη» με μια εξαίρετη εισαγωγή του ίδιου), ήχους του Δημήτρη Καμαρωτού, φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη, βίντεο Dorijan Kolundija, όλα σε οργανωμένο σύνολο, επιδιώκοντας, όπως η ίδια δήλωσε, «να ανοίξει, με τη φαντασία, ένα δρόμο απ' ευθείας επικοινωνίας των θεατών με τον λόγο του ποιητή». Το κατορθώνει και αναδεικνύει το όλον, παίζοντας με το πρόσωπο - πρωσωπείο σεμνά και λιτά, μέσα από την εκλεκτή «υπνοβατική» της αφήγηση, όντας ταυτοχρόνως ο Ορέστης, η Πυθία, το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας και οι «σεμνές», «λιτές», Ερινύες. Δεν παράγει θέαμα αλλά θέατρο, με την ουσιαστική σημασία του ρήματος «θεώμαι», που ανοίγει διάπλατα τις μέσα εικόνες σε όσους διαθέτουν ώτα εκτός από οφθαλμούς. Έχοντας συνείδηση ότι η αρχαιοελληνική Τραγωδία είναι πριν από όλα ένα θέαμα «ακουστικό», παιδί του Ομήρου και ενός προφορικού πολιτισμού που χρησιμοποιεί τις οπτικές εικόνες με άκρα σύνεση. Ένα ολόθερμο «μπράβο» της αξίζει.