Του Λέανδρου Πολενάκη
Το έργο: «Ο Άρντεν πρέπει να πεθάνει» (αυθεντικός τίτλος : «Ο Άρντεν από το Φέβερσαμ»), αγνώστου συγγραφέα, που αποδίδεται από ορισμένους στον Σαίξπηρ, είναι το μοναδικό ελισαβετιανό δράμα με υπόθεση παρμένη από γεγονότα της εποχής. Αφορμή του υπήρξε μια δολοφονία που «τάραξε τα νερά» της αγγλικής κοινωνίας : Ο Τόμας Άρντεν, πρώην δήμαρχος του Φέβερσαμ, πέφτει νεκρός, θύμα πλεκτάνης που έχουν στήσει η γυναίκα του και ο εραστής της. Ο κορυφαίος χρονικογράφος, της ελισαβετιανής περιόδου Ραφαήλ Χόλισεντ (το όνομά του σημαίνει Αρχάγγελος Θεόπεμπτος!), κάνει εκτενή αναφορά στα «Χρονικά» του, από τα οποία έχει αντλήσει ο Σαίξπηρ άφθονο υλικό. Εξ ου και το έργο αποδίδεται στον Σαίξπηρ ή στον Μάρλοου.
Το έργο έχει ακόμα μια ιδιοτυπία. Κινείται σε κλίμα χρονικής απροσδιοριστίας. Δεν παραθέτει τα συμβάντα στη «σωστή» σειρά τους, αλλά ακολουθεί ένα χρόνο «ονειρικό», που προηγείται των γεγονότων και εκτυλίσσεται χωρίς γραμμική συνέπεια. «Ονειρευτής» είναι ο μέλλων δολοφόνος. Θυμίζει, κατά κάποιο τρόπο, τη γνωστή, παράδοξη, ρήση του Μάκβεθ, που ενώ διστάζει ακόμη να τελέσει τον φόνο, εύχεται: «να μπορούσε η πράξη να είχε συμβεί πριν ακόμα γίνει». Δεν είναι απλό γλωσσικό παιχνίδι, τίποτα στον Σαίξπηρ δεν είναι απλό. Πρόκειται για μια επίκληση στις «δυνάμεις» και για μια οριακή συμφωνία με το «άλλο». Ο Μάκβεθ επικαλείται τον υπερβατικό «ονειρικό» χρόνο, για να τον βοηθήσει να εξορκίσει «μαγικά» τις ανθρώπινες αδυναμίες και αναστολές του ώστε να προχωρήσει τον φόνο. Η έννοια του «ονειρικού χρόνου» δεν είναι άγνωστη στους ελισαβετιανούς καιρούς, οι οποίοι είχαν έρθει σε επαφή με τις λεγόμενες «πρωτόγονες» κοινωνίες. Η βίωση του ονειρικού, «ολικού» χρόνου, χωρίς διαίρεση σε πριν - μετά, ήταν συνήθης μυητική πρακτική των κοινωνιών αυτών, με αντίθετο, όμως, ευεργετικό στόχο: την αποτροπή του «κακού», όχι την εμπέδωσή του. Ένα αρχαιοελληνικό παράλληλο ήταν, ίσως, η «ονειροθεραπεία» που ασκούσαν τα Ασκληπιεία. Σε εκείνο της Περγάμου σώζεται ακέραιος ο ανάλογος κτηριακός εξοπλισμός και παίρνουμε μια ιδέα της διαδικασίας, η οποία ολοκληρωνόταν με μια παράσταση θεατρική! (Για την αντίστοιχη πρακτική των ιθαγενών, παραπέμπω στο βιβλίο «Παπαλάνγκι», εκδόσεις «Ύψιλον», Αθήνα 1981).
Έχουμε, έτσι, εδώ, στον «Άρντεν», όπως και στον «Μάκβεθ», μια «διεφθαρμένη», ιδιοτελή χρήση του αγαθού «ονειρικού χρόνου», που οδηγεί, αντιθέτως, όχι στην κάθαρση αλλά στην αγριότητα, στην εμπέδωση του «κακού» και στην ολική καταστροφή. Πρόκειται για το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του έργου, που είναι, νομίζω, το βασικό μήνυμά του. Η χρήση του χρόνου είναι, εν τέλει, ζήτημα πολιτικό.
Η σκηνοθεσία του Χάρη Φραγκούλη αυτό το πρόσεξε και το έδωσε, πρέπει να το πω. «Ξετύλιξε» τον χρόνο του έργου ονειρικά και αντισυμβατικά, σαν μέσα σε όνειρο του δολοφόνου, πριν ακόμη τελέσει τον φόνο. Αυτό ήταν και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σκηνοθεσίας, που κινήθηκε, όμως, κατά τα άλλα, ως σύνολο, σε ένα κλίμα υπερβολικού, τραβηγμένου, υπέρβαρου, ανισοσκελούς γκροτέσκο, μιμούμενη το ύφος της «Κομμέντια» μέχρι παρωδίας, με αποτέλεσμα να μετατρέπει το δράμα σε φάρσα. Είναι, πράγματι, κρίμα. Υπήρχαν προϋποθέσεις για κάτι καλύτερο. Σε «βαριά» μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, με βαριές μουσικές του Κορνήλιου Σελαμσή, βαρειά σκηνικά (Αργύρης Πανταζάρας, Λουκία Χουλιάρα), και ανάλογα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη), με αδούλευτες, μονολιθικές, μαζικές υποκριτικές: Οι έμπειροι, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Γιάννος Περλέγκας, Νίκος Χανακούλας, Θάνος Τοκάκης, ένας θίασος από μαριονέτες, κινούμενος μηχανικά, χωρίς την «ομορφιά του θηρίου», θα έλεγε ο Κλάιστ, χωρίς τη νοσταλγία του «ξύλου της ζωής»... Δίπλα τους η νεαρή Μαρία Πανουργιά, παρά την απειρία της που την οδηγούσε κάποτε σε εκφραστικές υπερβολές, έδινε απεγνωσμένη μάχη για να στήσει μια σύνθετη, ανθρώπινη, «λοξά» φυτεμένη, σαν στην άκρη ενός γκρεμού, γυναικεία φιγούρα της οδύνης... Να ακουστεί η φωνή της, ως «νήσος επί των υδάτων», μέσα στον διαρκή ορυμαγδό ενός «χορού τεράτων».