Live τώρα    
Σακελλαρίδης στο Φουαγιέ / «Θέλω να δω τον Πάπα» από την ΕΛΣ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σακελλαρίδης στο Φουαγιέ / «Θέλω να δω τον Πάπα» από την ΕΛΣ

«Θέλω να δω τον Πάπα»! Μια επιθυμία διόλου παράλογη, ακόμη και για έναν κοινό θνητό, αν αναλογισθούμε το ιδιαίτερο στίγμα που επιχειρεί να δώσει ο θητεύων στην Αγία Έδρα Πάπας Φραγκίσκος ως «Πάπας των φτωχών» στο πρότυπο του Αγίου, του οποίου το όνομα επέλεξε για την ενθρόνισή του. Μια αναδρομή μάλιστα στους προηγηθέντες του Φραγκίσκου προκαθημένους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, στη διαδρομή της δικής μας βιωτής, αποδίδει πολύ διαφορετικές, αλλά άκρως ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, από τον -διάδοχο του «Papa buono» Ιωάννη ΚΓ' (1958 - 1963)- , τον Παύλο Στ' (1963 - 1978), που ζωογόνησε τον διάλογο με την «μητέρα» της Κωνσταντινουπόλεως του ορθοδόξου ομολόγου του Αθηναγόρα, έως τον βραχείας θητείας, αλλά πρώτο προερχόμενο από την εργατική τάξη Ιωάννη - Παύλο Α' (26/8-29/09/1978), τον Πολωνό αγωνιστή της πατριωτικής Αντίστασης και άγιο από εφέτος Ιωάννη - Παύλο Β' (1978 - 2005), αλλά και τον βαθιάς ουμανιστικής παιδείας και συναφούς επίγνωσης των βιολογικών και διοικητικών του δυνατοτήτων, εν τω μεταξύ παραιτηθέντα, Γερμανό Βενέδικτο ΙΣτ' (2005 - 2013). Τίποτε από αυτά προφανώς δεν είχε στο μυαλό του ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης όταν ανέθετε στον θίασο Παπαϊωάννου να παρουσιάσει στο ομώνυμο θέατρο τη νέα του οπερέτα (6/07/1920) που σημείωσε επιτυχία 72 παραστάσεων εντός του αυτού έτους και προμήθευσε με ένα ακόμη «σουξέ» τις σκηνές των επιθεωρήσεων που προσπαθούσαν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από την πολεμική κόπωση μιας εισέτι νικηφόρας, αλλά ήδη εξαντλητικής Μικρασιατικής εκστρατείας. Και μετά βεβαιότητος δεν τολμούμε να πιστέψουμε ότι ένας κοσμοπολίτης, όπως ο συνθέτης μας, είχε σκοπό να προκαλέσει το θρησκευτικό αίσθημα συμπολιτών μας άλλου δόγματος, μια εξέλιξη όμως που οδήγησε σε φόνο έμπροσθεν της Καθολικής Εκκλησίας του Πειραιά (11/12/1920) και στην αντικατάσταση του Πάπα, για τη συνέχεια των παραστάσεων, από τον ζώντα ακόμη τότε Ιταλό συνθέτη... Τζάκομο Πουτσίνι.

«Θέλω να δω τον Πάπα», λοιπόν, ένα ακόμη από τα μελοδραμάτια του Σακελλαρίδη που χάρισε στους Αθηναίους από το φιλόξενο φουαγέ της οδού Ακαδημίας η Εθνική Λυρική Σκηνή (6/04/2014), με λιγοστά, αλλά επαρκή -όπως αποδεικνύεται- μέσα, ώστε να δίνουν χρώμα στα συνήθως δύσκολα απογεύματα της Κυριακής. Παρουσιάσεις συναυλιακές, με έμφαση στην αγωγή του λόγου και του διαλόγου, ομιλούμενου και αδόμενου, με πιανιστική συνοδεία, εν προκειμένω της Μαρίας Νεοφυτίδου, ασφαλούς και συνενοχικής με τους τραγουδιστές. Ειδική αναφορά αρμόζει στο λιτό, αλλά ουσιαστικά ενημερωτικό, προγραμματικό τετρασέλιδο (διά χειρός Αλεξάνδρου Ευκλείδη και Σοφίας Κομποτιάτη), υπόδειγμα του είδους του.

Ας μάς συγχωρήσει ο αναγνώστης, αν η κριτική μας εξαντληθεί σε μνημόνιο εντυπώσεων, όπως προέκυπταν από την ακρόαση ενός εγκυκλοπαιδικά μόνον οικείου μας έργου, αλλά πιστεύουμε ότι αποδίδει πιστά τη συνεχή έκπληξή μας για την αδιάπτωτη ποιότητα της δουλειάς του Σακελλαρίδη, εν προκειμένω υπεύθυνου και για τη διασκευή σε εύστοχο και αιχμηρό λιμπρέτο της καυστικής για τα (μικρο)αστικά ήθη φάρσας του Maurice Hennequin «Les joies du foyer» (1894). Με δεδομένη πλέον την επίδοση του Παύλου Μαρόπουλου (Βαρονά) ως σκηνικής «μετεμψύχωσης» του Παρασκευά Οικονόμου και του σύνθετης υποκριτικής Δημήτρη Ναλμπάντη στο μέρος του ανεψιού του (τενόρου) Αδριανού, απολαύσαμε το τραγούδι πρόποσης του τελευταίου, που ανανεώνει αργότερα παρουσία της μνηστής του Άννας (της δροσερής Δέσποινας Σκαρλάτου), η επιθυμία της οποίας να επισκεφθεί τον Ποντίφηκα πυροδοτεί τη φαρσική πλοκή. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην ανάπτυξη και τις εναλλαγές, αλλά και στην τελική ομολογία «σ' αγαπώ», το ερωτικό ντουέτο των νέων, σε αντίστιξη με τον εισόδιο διθύραμβο της επισήμως «ελαφρών ηθών» Ρίτας (η πιστευτή Ιρένα Αθανασίου) στις «πλανεύτρες χάρες της», που προσφέρονται στον Σταμάτη Μπερή ως πολύπαθο Λατρούδη, μέλλοντα πενθερό του Αδριανού, κατά τη διάρκεια ντουέτου σατυρικού των γεροντικών ερώτων. Ατμοσφαιρική ερωτική δυωδία των νεονύμφων επιφυλάσσει το φινάλε της α' πράξης, ακολουθεί ντουέτο πρώτης συζυγικής διαφωνίας στη β', αλλά και ένα έξοχα οργανωμένο κουϊντέτο προσποιητής ευτυχίας με νευρωτικά χάχανα, το οποίο πλαισιώνει, ως «άνθος των πενθερών», η κ. Βάσω Λατρούδη (Βάγια Κωφού). Από την «αναφορά» μας δεν θα παραλείψουμε την παραστατική εξιστόρηση της «ρωμαϊκής» δοκιμασίας «μέλιτος» από τον ταλαίπωρο Αδριανό (Ναλμπάντη), την -μάλλον απλοϊκή σε σχέση με άλλα μέρη- άρια του τίτλου, το τρίο επιστροφής από αμαρτωλή ολονυχτία Ρίτας - Αδριανού - Λατρούδη, αλλά και τη σοφά τοποθετημένη εκφραστική άρια εξομολόγησης της Άννας, καθώς και τη διδακτική εκείνη της Ρίτας με οδηγίες σωτηρίας γάμου προς «προδομένες» συζύγους. Μουσικό επίμετρο το παθιασμένης ερωτικής μεταμέλειας ντουέτο των συζύγων με μια ψυχολογημένη θεματική επιστροφή στο «σ' αγαπώ» του ντουέτου της α' πράξης. Μετά από μια τέτοια δραματουργική αλληλουχία, γεμάτη λεπτά ευρήματα και πηγαία μελωδική έμπνευση, η οπερέτα καταλήγει συμβατικά (και καθησυχαστικά!, oh! le divin Mozart! ) με το κεντρικό κουπλέ μιας αντεστραμμένης πλέον πρόθεσης, «δεν θέλω να τον δω!». Εμείς πάντως εξακολουθούμε να θέλουμε...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0