Την εμφάνισή τους σε παραλλαγή της ψηφιακής τάσης AI Doll Trend, των AI-generated «φιγούρων» έκαναν, εν αγνοία τους, η Μαρία Καρυστιανού και ο Κώστας Λακαφώσης, ως αντικείμενα διαδικτυακής διαπόμπευσης.
Σε αυτές τις εικόνες, ο Λακαφώσης παρουσιάζεται ως «υπερήρωας» με την επιγραφή «ξυλόλιο» στο στήθος, ενώ η Καρυστιανού, αναπαρίσταται με τρόπο που υποτιμά και υποβαθμίζει τον δημόσιο αγώνα της για δικαιοσύνη, ως μητέρας θύματος του εγκλήματος των Τεμπών.
Η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει σε αυτές τις αναπαραστάσεις μια αύρα τεχνικής αποστασιοποίησης, καθιστώντας τη στοχοποίηση λιγότερο προσωποκεντρική και πιο αυτοματοποιημένη. Όμως, ακριβώς αυτή η ψευδαίσθηση αθωότητας ενισχύει τη βία της εικόνας, δεδομένου μάλιστα και της πολιτικής διάστασης που έχει πάρει η υπόθεση.
Η αναπαράσταση της Καρυστιανού ως «μάνας των Τεμπών» και του Λακαφώση ως «σουπερήρωα» με σήμα το «ξυλόλιο», δεν είναι ουδέτερες εικόνες - αποτελούν παραδείγματα πολιτισμικά φορτισμένων σημειωτικών κατασκευών με έντονο επιτελεστικό χαρακτήρα, που δεν αποσκοπούν μόνο στη γελοιοποίηση, αλλά και στην απονομιμοποίηση τους ως φορείς πολιτικής ή ηθικής αξίωσης.
Η μετατροπή τους σε ψηφιακά avatars, τεχνητά παραγόμενες «κούκλες» εγγράφεται ως μια πράξη εικονοκλαστικής αποσάθρωσης: αποσυνδέει τα υποκείμενα βιοπολιτικά, αποστραγγίζοντας τα από την τραγικότητα της εμπειρίας τους, υποκαθιστώντας την με την αισθητική της χυδαιότητας.